Παρασκευή, 30 Δεκεμβρίου 2016

Απόδοση της εορτής των Χριστουγέννων


Ημερομηνία εορτής: 31/12/2016
Δεν βρέθηκε αγιογραφία. Παρακαλούμε επικοινωνήστε μαζί μας, αν έχετε να μας προτείνετε κάποια.
Τύπος εορτής: Σταθερή.
Εορτάζει στις 31 Δεκεμβρίου εκάστου έτους.
Άγιοι που εορτάζουν:  Αποδοση Της Εορτης Των Χριστουγεννων




Βιογραφία
Βλέπε 25 Δεκεμβρίου.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’.
Ἡ γέννησίς σου Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, ἀνέτειλε τῷ κόσμῳ, τὸ φῶς τὸ τῆς γνώσεως· ἐν αὐτῇ γὰρ οἱ τοῖς ἄστροις λατρεύοντες, ὑπὸ ἀστέρος ἐδιδάσκοντο, σὲ προσκυνεῖν, τὸν Ἥλιον τῆς δικαιοσύνης, καὶ σὲ γινώσκειν ἐξ ὕψους ἀνατολήν, Κύριε δόξα σοι.

Κοντάκιον
Ἦχος γ’. Αὐτόμελον. Ποίημα Ῥωμανοὺ τοῦ Μελῳδοῦ.
Ἡ Παρθένος σήμερον, τὸν ὑπερούσιον τίκτει, καὶ ἡ γῆ τὸ Σπήλαιον, τῷ ἀπροσίτῳ προσάγει. Ἄγγελοι μετὰ Ποιμένων δοξολογοῦσι· Μάγοι δὲ, μετὰ ἀστέρος ὁδοιποροῦσι· δι᾽ ἡμᾶς γὰρ ἐγεννήθη, Παιδίον νέον, ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.

Άγιος Γεδεών ο Νέος Οσιομάρτυρας


Ημερομηνία εορτής: 30/12/2016Άγιος Γεδεών ο Νέος Οσιομάρτυρας
Τύπος εορτής: Σταθερή.
Εορτάζει στις 30 Δεκεμβρίου εκάστου έτους.
Πολιούχος: Τύρναβος
Ιερά Λείψανα: Η Κάρα του Αγίου βρίσκεται στο Ναό Παναγίας Φανερωμένης Τυρνάβου.
Μέρος των Λειψάνων του Αγίου βρίσκονται στη Μονή Καρακάλου Αγίου Όρους.
Άγιοι που εορτάζουν: Αγιος Γεδεων Ο Νεος Οσιομαρτυρας (; - 1818)




Ἐχθρὸν αἰσχύνας τον πάλαι τρώσαντά σε,
Χριστοῦ Γεδεὼν Ὁσιομάρτυς ὤφθης.
Τριακοστῇ Γεδεὼν χεῖρας ἠδέ πόδας χαλκῷ τάμον.
Βιογραφία
Ο Άγιος Γεδεών γεννήθηκε στο χωριό Κάπουρνα της Δημητριάδος (Νομός Μαγνησίας) και κατά κόσμον ονομαζόταν Νικόλαος. Οι ευσεβείς γονείς του, ονομάζονταν Αυγερινός και Κυράτζα ενώ είχε άλλους τρεις αδελφούς και τέσσερις αδελφές.

Δώδεκα χρονών, με την οικογένειά του ήλθε στο χωριό Γιερμή και από 'κει στο Βελεστίνο, όπου εργαζόταν κοντά στο θείο του. Τον άρπαξε όμως κάποιος Τούρκος και τον εξισλάμισε με το όνομα Ιμπραήμ. Μετά από δυο μήνες, ο Νικόλαος, κατόρθωσε και δραπέτευσε και επανήλθε στην οικογένειά του. Ο πατέρας του τον φυγάδευσε στο χωριό Κεραμίδι, όπου κοντά σε κάποιους οικοδόμους πήγε στην Κρήτη. Εκεί εξομολογήθηκε σε κάποιο Ιερέα και βρήκε άσυλο στο εξωκλήσι του.

Μετά τον θάνατο του ιερέα, ο Νικόλαος έφυγε για το Άγιον Όρος. Εκεί πάλι εξομολογήθηκε, έλαβε των αχράντων μυστηρίων και στη Μονή Καρακάλου, εκάρη μοναχός με το όνομα Γεδεών. Οι πατέρες της Μονής του ανέθεσαν το διακόνημα του Εκκλησιάρχου.

Την 6η Ιουνίου 1797 μ.Χ. ο Γεδεών με την ευλογία των Πατέρων διωρίσθηκε μετοχιάρης με τον προηγούμενο Γαβριήλ, στο Μετόχιο της Μεταμορφώσεως, στην περιοχή του Ρεθύμνου Κρήτης. Μετά από έξι έτη παραμονής στο μετόχι, επέστρεψεν στην μονή της μετανοίας του.

Με τον πόθο όμως του μαρτυρίου, ήλθε στο Βελεστίνο, στον τόπο που αρνήθηκε την πίστη του, όπου μέσα στην αγορά με θάρρος ομολόγησε τον Χριστό.

Διωκόμενος από τους Τούρκους, ήλθε στην Αγιά, όπου συνελήφθηκε. Οι Τούρκοι, αφού τον διαπόμπευσαν στους δρόμους του Τιρνάβου, κατόπιν του έκοψαν τα πόδια και τα χέρια και στη συνέχεια τον έριξαν στα αποχωρητήρια. Εκεί, μέσα σε φρικτούς πόνους, παρέδωσε το πνεύμα του στις 30 Δεκεμβρίου 1818 μ.Χ.

Η τίμια κάρα του μάρτυρα, αποθησαυρίστηκε στην αγία Τράπεζα του Μητροπολιτικού Ναού του Τυρνάβου, Παναγίας Φανερωμένης.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος α´. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Ἐναθλήσας νομίμως τὸν ἐχθρὸν καταβέβληκας, καὶ Ὁσιομάρτυς ἐδείχθης, του Σωτῆρος περίδοξος· χειρῶν γὰρ καὶ ποδῶν τὴν ἐκτομήν, ὑπέστης Γεδεὼν καρτερικῶς, διὰ τοῦτο θείαν χάριν νέμεις ἀεί, τοῖς πίστει ἐκβοῶσί σοι· δόξα τῷ παρασχόντι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ, πᾶσιν ἰάματα.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ὁσίων ἰσότιμος, καὶ Ἀθλητῶν κοινωνός, καὶ θεῖον ἀγλάϊσμα, τῆς Καρακάλλου Μονῆς, ἐδείχθης μακάριε· σὺ γὰρ στερρῶς ἀθλήσας, τὸν ἐχθρὸν ἐτροπώσω· ἔνθεν Ὁσιομάρτυς, Γεδεὼν ἐδοξάσθης, πρεσβεύων ὑπὲρ πάντων, ἡμῶν τῶν εὐφημούντων σε.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
(Μητροπολίτου Λαρίσης Δωροθέου)
῾Ρείθροις ἔπνιξας τῶν σῶν αἱμάτων, καὶ κατῄσχυνας, τοῦ ἐπαράτου, τὴν ἀσέβειαν Βελῆ καὶ τὸ φρύαγμα, ὑπὲρ Χριστοῦ ἐναθλῶν γενναιότατα, ὁσιομάρτυς Γεδεὼν παναοίδιμε, πρέσβυν ἀκοίμητον, Χριστῷ σε προσάγομεν, ῥυσθῆναι ἐκ κινδύνων τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Κοντάκιον
Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Ἐν ἀσκήσει πρότερον, ἐνδιαπρέψας θεόφρον, τῇ ἀθλήσει ὕστερον, θεοπρεπῶς ἐδοξάσθης· πόνοις γάρ, ἐγκαρτερήσας τοῖς ἀφορήτοις, ᾔσχυνας, ἐχθροῦ εἰς τέλος τὰς μεθοδείας· διὰ τοῦτό σε τιμῶμεν, Ὁσιομάρτυς Γεδεὼν ἔνδοξε.

Κάθισμα
Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Ἐν Ὁσίοις ἐκλάμψας ἐν ὄρει Ἄθωνος, μαρτυρίου ὑπῆλθες τὸ θεῖον στάδιον, καὶ ἐδέξω πρὸς Χριστοῦ ζωῆς τὸν στέφανον, Ὁσιομάρτυς Γεδεών, καὶ συνήφθης τοῖς χοροῖς, κλεινῶν Ὁσιομαρτύρων, μεθ᾿ ὧν δυσώπει ἀπαύστως, ἐλεηθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Ὁ Οἶκος
Ἀποφυγὼν τοῦ δυσμενοῦς, τὰς πάγας καὶ τοὺς βρόχους, ἐν μετανοίᾳ ἀληθεῖ, καὶ συντριβῇ καρδίας, προσέπεσας τῷ Λυτρωτῇ καὶ Σωτῆρι Χριστῷ, ὡς ὁ Ἀπόστολος Πέτρος Ἅγιε· καὶ ἄρας τὸν Σταυρὸν αὐτοῦ, ἀσκητικῇ, πολιτείᾳ διέπρεψας, πρὸς ἀθλητικοὺς προγυμναζόμενος πόνους καὶ καμάτους· καὶ τοῖς ἀσεβέσι παραστάς, τὴν καλὴν ὁμολογίαν εὐθαρσῶς ὡμολόγησας, ἀνακαλεσάμενος τῂν ἧτταν, καὶ τροπωσάμενος τὸν σὲ πρῴην πτερνίσαντα βύθιον δράκοντα· στεῤῥῶς γὰρ ὑπέμεινας τὰς ἀπειλὰς τῶν δυσσεβῶν, καὶ τὰς τομὰς τῶν χειρῶν καὶ τῶν ποδῶν ὡς ἄλλου πάσχοντος, δι᾿ ὧν τῶν πάλαι Μαρτύρων ὤφθης ἰσοστάσιος· μεθ᾿ ὧν σε τιμῶμεν Ὁσιομάρτυς Γεδεὼν ἔνδοξε.

Μεγαλυνάριον
Χαίροις τῶν Ὁσίων ὁ μιμητής· χαίροις τῶν Μαρτύρων, θιασώτης καὶ ζηλωτής· ἐν γὰρ ἀμφοτέροις, νομίμως διαπρέψας, Ὁσιομάρτυς ὤφθης, Γεδεὼν ἔνθεος.




Αγιογραφίες / Φωτογραφίες
Άγιος Γεδεών ο Νέος Οσιομάρτυρας
Άγιος Γεδεών ο Νέος Οσιομάρτυρας

Άγιος Γεδεών ο Νέος Οσιομάρτυρας
Άγιος Γεδεών ο Νέος Οσιομάρτυρας

Άγιος Γεδεών ο Νέος Οσιομάρτυρας
Άγιος Γεδεών ο Νέος Οσιομάρτυρας

Άγιος Γεδεών ο Νέος Οσιομάρτυρας
Άγιος Γεδεών ο Νέος Οσιομάρτυρας

Ο τάφος του Αγίου Γεδεών του Νέου Οσιομάρτυρα
Ο τάφος του Αγίου Γεδεών του Νέου Οσιομάρτυρα

Πέμπτη, 29 Δεκεμβρίου 2016

Ο ΑΡΧΟΝΤΑΣ ΤΗΣ ΕΙΡΗΝΗΣ

π. Δημητρίου Μπόκου
«....καὶ συμβοσκηθήσεται λύκος μετὰ ἀρνός,
καὶ πάρδαλις συναναπαύσεται ἐρίφῳ,
καὶ μοσχάριον καὶ ταῦρος καὶ λέων καὶ βοῦς καὶ ἄρκος ἅμα βοσκηθήσονται,
καὶ παιδίον μικρὸν ἄξει αὐτούς»
(Ἡσ. 11, 6-7)
Ἡ χρυσὴ πύλη ἔκλεισε πίσω τους καὶ τὸ νεαρὸ ἀντρόγυνο ἀντίκρυσε γιὰ πρώτη φορὰ μιὰ χώρα διαφορετικὴ ποὺ ἁπλωνόταν ἀπέραντη μπροστά τους.
-  Δὲν εἶναι καὶ τόσο τραγικά! εἶπε ἡ γυναίκα προσπαθώντας νὰ δώσει ἕναν τόνο αἰσιοδοξίας στὴ φωνή της.
Μὰ δὲν ἀπόσωσε τὰ λόγια της ὅταν ἕνας φοβερὸς βρυχηθμὸς ἔσπασε τὴ σιγαλιὰ τῆς καταπράσινης κοιλάδας. Ἡ εἰδυλλιακὴ εἰκόνα τοῦ ὄμορφου δειλινοῦ θρυμματίστηκε βίαια. Ἡ εὐκίνητη στικτὴ λεοπάρδαλη κοντοστάθηκε. Τὸ πυρόξανθο ἐρίφιο τοῦ αἴγαγρου, ποὺ ἀεικίνητο στριφογύριζε γύρω της παίζοντας μὲ τὴν οὐρά της, στύλωσε τὰ λεπτὰ πόδια του μὲ ἀπορία. Ἀνάμεσα στὰ ψηλὰ χόρτα ἡ ἀντιλόπη ἀναπήδησε ξαφνιασμένη. Τὸ μεγάλο ἐλάφι, ὑψώνοντας τὰ κλαδωτά του κέρατα, σάρωσε βιαστικὰ μὲ ἀνήσυχη ματιὰ τὸν περίγυρο. Ὁ μικρὸς σκίουρος μὲ ἔκδηλη περιέργεια πρόβαλε ἀπ’ τὴν κουφάλα τοῦ δέντρου. Ἡ τεράστια ἀρκούδα ὑψώθηκε στὰ πίσω της πόδια γιὰ νὰ δεῖ καλύτερα, ἐνῶ τὸ μοσχάρι ἀπορημένο σταμάτησε νὰ μασουλάει τὸ χορτάρι του.
Ὅλων τὰ βλέμματα στράφηκαν στὸν ψηλὸ βράχο ποὺ δέσποζε στὸ μεγάλο πλάτωμα στὴ μέση τοῦ δάσους. Στὴν κορφή του διαγραφόταν ἐπιβλητική, μεγαλόπρεπη μέσα στὸ φόντο τοῦ οὐρανοῦ ἡ σιλουέτα τοῦ μεγάλου λιονταριοῦ. Ἡ πλούσια χαίτη του ἀνέμιζε στὸν σιγανὸ ἄνεμο. Ἀνοιγοκλείνοντας ἀργὰ τὰ τρομερά του σαγόνια, βρυχήθηκε ξανὰ δυνατά.
Τὸ νεαρὸ ἀντρόγυνο σταμάτησε. Κοιτάχτηκαν ξαφνιασμένοι μεταξύ τους.
-  Τί ἦταν αὐτό; ἀναρωτήθηκαν οἱ ματιές τους.
Ἡ γυναίκα στρέφοντας παραξενεμένη τὸ κεφάλι της κοίταξε μὲ ἀπορία τὸν βασιλιὰ τῶν ζώων, σὰν νά ’θελε νὰ πεῖ:
-  Τί σοῦ συμβαίνει;
Ἦταν ἡ πρώτη φορὰ ποὺ ὁ ἦχος τῆς τρομερῆς του κραυγῆς ἀντιλαλοῦσε στὴ μεγάλη κοιλάδα. Καὶ ξαφνικὰ φάνηκαν τὰ πάντα ν’ ἀλλάζουν. Τὰ φύλλα τῶν δέντρων τρεμούλιασαν. Ἕνα ρίγος ἀνησυχίας διαπέρασε τὸ δάσος ὁλόκληρο. Ἀνήσυχος ὁ ἄντρας ἔπιασε τὸ χέρι τῆς νεαρῆς γυναίκας, καθὼς ἐκείνη ἔκανε νὰ κινηθεῖ πρὸς τὸ λιοντάρι.
-  Στάσου! τῆς εἶπε ἐπιτακτικά. Κάτι τρέχει ἐδῶ. Μὴν πλησιάζεις. Δὲν εἶναι τὸ λιοντάρι ποὺ ξέραμε. Πρώτη φορὰ τὸ βλέπω ἀγριεμένο.
-  Πράγματι, ἀπάντησε ἡ γυναίκα. Κάτι ἔχει ἀλλάξει. Τί ὅμως καὶ γιατί; Ἐκεῖνο δὲν ἀγρίευε ποτέ.
Εἶχε παίξει μὲ τὸ λιοντάρι πολλὲς φορές. Εἶχε χώσει τὸ πρόσωπό της μέσα στὴν πλούσια χαίτη του καὶ τὸ εἶχε χαϊδέψει ἁπαλά, ἐνῶ ἐκεῖνο ἀναπαυόταν ξαπλωμένο σὰν χαδιάρικη γάτα στὰ πόδια της.
Μὰ τώρα;
Τὸ λιοντάρι χαμήλωσε τὸ κεφάλι καί, παρὰ τὸν τεράστιο ὄγκο του, πήδησε ἀνάλαφρα κάτω ἀπ’ τὸν βράχο, στὸ χῶμα. Περπάτησε γρήγορα μέσα στὸ ξέφωτο. Γιὰ πρώτη φορά, κανένα ζῶο δὲν τόλμησε νὰ τὸ πλησιάσει. Ἡ γυναίκα ὅμως ξέφυγε ἀπ’ τὸ χέρι τοῦ ἄντρα της καὶ ἔκανε νὰ τρέξει πρὸς τὸ μέρος του. Ἀτενίζοντάς την τὸ λιοντάρι στάθηκε πρὸς στιγμὴν ἀμήχανο. Θυμόταν κάτι ἀπὸ τὰ τρυφερὰ χάδια της; Μὰ γρήγορα τίναξε ψηλὰ τὴν ἀτίθαση χαίτη του καὶ κινήθηκε ἀπειλητικὰ πρὸς τὸ μέρος της. Μετὰ ἀπὸ μιὰ στιγμὴ ἀμφιβολίας, ἡ γυναίκα πισωπάτησε φοβισμένη. Ὄχι, δὲν ἦταν τὸ λιοντάρι ποὺ ἤξερε αὐτό. Κάτι ἄλλαξε μεταξύ τους.
Τὸ νεαρὸ ἀντρόγυνο στράφηκε πρὸς τὴν πύλη. Μὰ ἦταν ἤδη κλειστή. Ἕνας φύλακας μὲ πολὺ παράξενη ἐμφάνιση στεκόταν κιόλας μπροστά της. Ἡ μεγαλόπρεπη κορμοστασιά του ἄστραφτε. Ἡ ὄψη του, πολυόμματη, σάρωνε τὰ πάντα καὶ «φλογίνη ρομφαία στρεφομένη» παλλόταν στὸ χέρι του. Κατάλαβαν πὼς δὲν μποροῦσαν νὰ περάσουν ξανὰ στὸν παλιό τους γνώριμο κόσμο. Ἡ θέα τοῦ πύρινου σπαθιοῦ τοὺς καθήλωνε. Μὰ καθηλώθηκε μπροστά του καὶ τὸ λιοντάρι. Ἔκοψε ἀπότομα τὴ φόρα του καὶ στάθηκε ἀκίνητο.
-  Ὣς ἐδῶ! τὸ πρόσταξε αὐστηρὰ ὁ αἰθέριος φρουρός. Μάθε τὰ ὅριά σου. Καὶ σεῖς προσέχετε στὸ ἑξῆς, ἀγαπητοί μου! προειδοποίησε τὸ νεαρὸ ἀντρόγυνο. Οἱ ὅροι τοῦ παιχνιδιοῦ ἔχουν ἤδη ἀλλάξει. Δυστυχῶς γιὰ σᾶς, ἡ χάρη ἔφυγε ἀπὸ πάνω σας. Τὴν ἀπορρίψατε. Μαζὶ μὲ σᾶς ἔφυγε καὶ ἀπὸ τὴ φύση. Ἀπὸ τώρα «συστενάζει καὶ συνωδίνει» κι αὐτὴ μαζί σας. Τὴ φέρατε στὴ δική σας κατάσταση. Δὲν σᾶς ἀναγνωρίζει πιά. Δὲν θὰ σᾶς ὑπακούει. Τὴν κάνατε ἀνταγωνιστή σας. Θὰ χρειαστεῖτε πολὺν κόπο γιὰ νὰ τὴν ὑποτάξετε. Ὁ καιρὸς τῆς εἰρήνης πέρασε.
Τὸ νεαρὸ ἀντρόγυνο κατάλαβε. Ὁ παραμυθένιος κόσμος ποὺ ἤξεραν μέχρι τότε, ἔκλεισε ὁριστικὰ πίσω τους. Τὰ ὑπέροχα χρόνια τῆς χρυσῆς τους νιότης εἶχαν περάσει. Ἡ ἐποχὴ τῆς ἐδεμικῆς ἀθωότητας ἔσβησε. Ἕνας κόσμος διαφορετικός, ἐχθρικός, ἀφιλόξενος, ἀνταγωνιστικός, ἀναδυόταν μπροστά τους. Κι αὐτοὶ τὸν ὑποδέχονταν γυμνοί, χωρὶς τὸν παραδεισένιο πλοῦτο ποὺ τοὺς ἕντυνε. Ἰοβόλο φίδι, ἡ ἀφόρητη θλίψη δάγκωσε ὕπουλα τὴν καρδιά τους, καθὼς ἦλθαν «εἰς ἐπίγνωσιν» τῆς νέας ζοφερῆς τους κατάστασης.
Τὸ λιοντάρι γύρισε καὶ ἀπομακρύνθηκε γρήγορα. Ρίχτηκε μὲ ὁρμὴ στὴ ζωηρὴ ἀντιλόπη. Βλέποντας τὴ φονικὴ λάμψη στὸ βλέμμα του ἐκείνη, ἔνοιωσε ἀμέσως τὴν ἀπειλή. Ἡ καρδιά της γιὰ πρώτη φορὰ χτύπησε δυνατά. Τὸ ἔνστικτό της σήμανε συναγερμό. Ὁ φόβος, ἄγνωστο μέχρι τότε αἴσθημα, τρύπωσε μέσα της γιὰ νὰ μείνει γιὰ πάντα ἐκεῖ. Ἡ στικτὴ λεοπάρδαλη ἔδειξε τὰ κοφτερὰ δόντια της καὶ γρυλίζοντας ἀπειλητικὰ στράφηκε πρὸς τὸ ἐρίφιο. Θὰ ἦταν στὸ ἑξῆς πάν(των) θηρ(ευτής), ὁ φοβερὸς πάνθηρας. Ἡ μεγάλη ἀρκούδα βρυχήθηκε δυνατὰ καὶ τὸ βλέμμα της καρφώθηκε στὸ τρυφερὸ μοσχάρι ποὺ ἔβοσκε παραπέρα. Ὁ λύκος στράφηκε μὲ ἄγριες διαθέσεις στὸν τροφαντὸ ἀμνό, ποὺ ἔπαιζε στὸ πράσινο λιβάδι.
Τὸ νεαρὸ ἀντρόγυνο ἔστρεψε τὰ μάτια πίσω ξανά. Μὰ ἡ χρυσὴ πύλη εἶχε τώρα χαθεῖ. Μαζὶ καὶ ὁ παράξενος φρουρός της. Κάθε πρόσβαση πρὸς τὸν πρωτινὸ παραδεισένιο κόσμο τους εἶχε πλέον χαθεῖ.
Ὁ σκίουρος, σχετικὰ ἀσφαλὴς στὴν κουφάλα τοῦ δέντρου, τὰ εἶδε ὅλα ἀπὸ ψηλά. Κούνησε μὲ βαθειὰ στενοχώρια τὴ φουντωτὴ οὐρά του. Ἦταν γεγονός. Ἕνας πόλεμος εἶχε ἀρχίσει. Σκληρός, ἐξοντωτικός, ἀδυσώπητος καὶ προπαντὸς μακρύς, ἀτελείωτα μακρύς.
Πέρασαν χρόνια δίσεκτα χιλιάδες ἀπὸ τότε. Ἀπέραντοι αἰῶνες ποτισμένοι στὸ αἷμα, στὸ δάκρυ καὶ στὸν πόνο. Τὸ νεαρὸ ἀντρόγυνο δοκιμάστηκε σκληρὰ στὴν κοιλάδα τοῦ μόχθου, ἀφήνοντας πίσω του «υἱοὺς καὶ θυγατέρας» νὰ παλεύουν σὲ μιὰ θανατερή, ἀξημέρωτη, ζοφερὴ κι ἀσέληνη νύχτα.
Ὥσπου μιὰ νύχτα κάποτε…
Τὸ μεγάλο λιοντάρι βρισκόταν ἀποβραδὶς καθισμένο στὴν κορφὴ τοῦ βράχου μὲ τὰ μάτια του στυλωμένα στὰ ὕψη τοῦ οὐρανοῦ. Κάτι ἀσυνήθιστο συνέβαινε ἐκεῖ. Τὰ οὐράνια λαμπύριζαν μὲ μιὰ γλυκειὰ ἀστροφεγγιὰ ποὺ ἔριχνε τὴν ἁπαλὴ φεγγοβολή της ἀπ’ ἄκρη σ’ ἄκρη στὴ γῆ. Μὰ δὲν ἦταν λάμψη ἀπὸ τ’ ἀμέτρητα ἄστρα ποὺ σπίθιζαν στὸ βάθος τοῦ σκοτεινοῦ ἀπείρου αὐτή. Ἕνας μοναδικὸς καινούργιος ἀστέρας φαινόταν νὰ ἀνατέλλει στὸ στερέωμα. Τὸ πρωτόγνωρο φέγγος του ἁπλωνόταν σβήνοντας κάθε ἄλλη μαρμαρυγή.
Τὸ μεγάλο δάσος βρισκόταν ὁλόκληρο σὲ ἀναταραχή. Ὁ στικτὸς πάνθηρας ἦρθε καὶ στάθηκε ἀντικρυστά, ἀπέναντι στὸ μεγάλο λιοντάρι. Ὅλα τὰ ζῶα ἦταν ἀνήσυχα. Τὸ ἀλάνθαστο ἔνστικτό τους εἶχε ἀφυπνισθεῖ. Σιγανὰ γρυλίσματα συνόδευαν τὴν ἀνησυχία τους. Ὁ ἀγέρας χωνόταν ἀνάμεσα στ’ ἀσημένια φύλλα ἠχώντας παράξενα. Κάτι μυστήριο ἔκρυβε ἡ νύχτα αὐτή.
Χαμηλὰ στὸ βάθος, ἀρκετὰ μακριά, φάνηκε τότε μιὰ μικρὴ συντροφιά. Ἕνα ταπεινὸ ὀνάριο ἀνηφόριζε ἀργὰ πρὸς τὸ ξέφωτο. Καθισμένη στὴ ράχη του μιὰ νεαρὴ γυναίκα, τρυφερὴ κόρη ἀκόμα, ἕσφιγγε ἀπαλὰ στὴν ἀγκαλιά της τὸ νεογέννητο βρέφος της. Δίπλα τους πεζοποροῦσε ἕνας λευκὸς γέροντας. Βάδιζαν μὲς στὴ νύχτα μὲ τὸ φῶς τοῦ παράξενου ἄστρου, ποὺ ξάνοιγε στὸ σκοτάδι τὸν δρόμο τους.
Τὸ μεγάλο λιοντάρι πήδησε ἀνάλαφρα στὰ ριζὰ τοῦ βράχου. Ὁ πάνθηρας ἦρθε καὶ μισοξάπλωσε δίπλα του. Πλησίασαν σιγά-σιγὰ ἡ ἀρκούδα καὶ ὁ λύκος. Μὰ σὲ λίγο ἦρθαν δίπλα τους ἡ ἀντιλόπη, τὸ ἐλάφι, τὸ ἐρίφιο, ὁ ἀμνός, ὁ ταῦρος, τὸ μοσχάρι. Ἡ ἔχθρα τόσων αἰώνων φαινόταν νὰ ἔχει ξεχαστεῖ. Ἡ ἀντιλόπη ἔτριψε τὴ λεπτὴ μούρη της στὴ χαίτη τοῦ λιονταριοῦ, τὸ πεταχτὸ ἐρίφιο τύλιξε παιχνιδιάρικα στὸ λαιμό του τὴν οὐρὰ τοῦ πάνθηρα, ὁ ἀμνὸς καὶ τὸ μοσχάρι κάθησαν ἀνάμεσα στὸν λύκο καὶ τὴν ἀρκούδα.
Ἔβλεπαν τὴ μικρὴ συνοδία ἀπορημένα. Γιατὶ ὅπου περνοῦσε ἡ παράξενη ἐκείνη συντροφιά, ὁ τόπος γέμιζε μὲ μιὰ πρωτόγνωρη μοσχοβολιά. Λουλούδια ἄνθιζαν δίπλα στὰ βήματα τοῦ ὀναρίου. Λὲς καὶ μὲς στὸ καταχείμωνο εἶχε ἀνοίξει ξαφνικὰ ἕνα παράθυρο τῆς ἄνοιξης. Τὰ δέντρα ἀναρριγοῦσαν καὶ βεργολυγίζονταν στὸ νυχτερινὸ παγωμένο ἀγέρι. Καθὼς ἡ μυστηριώδης συνοδία πλησίαζε, οἱ κορφές τους λύγιζαν γέρνοντας μέχρι τὸ χῶμα, σὰν νὰ προσκυνοῦσαν εὐλαβικὰ τοὺς ἄγνωστους ταξιδευτές. Καθισμένα πλάι-πλάι σὲ ἡμικύκλιο θηρία καὶ κτήνη μαζὶ παρακολουθοῦσαν σὰν μαγεμένα. Ἀνοιγόκλειναν τὰ ρουθούνια τους, ὀσμίζονταν τὴν ὑπερκόσμια μυρωδιά, τὸ μυστήριο τὰ εἶχε καθηλώσει.
Μὰ πρὶν ἀκόμα οἱ νυχτερινοὶ ταξιδιῶτες φτάσουν στὸ μικρὸ ξέφωτο, ἕνα δυνατὸ ἀχολόγημα γέμισε τὸν ἀέρα ὣς πέρα, κουρελιάζοντας τὴ σιγαλιὰ τῆς νυχτιᾶς. Ὅλα τὰ βλέμματα στράφηκαν πρὸς τὴ βουή. Μιὰ μικρὴ στρατιωτικὴ ἔφιππη φάλαγγα φάνηκε νὰ καλπάζει πρὸς τὸ ξέφωτο. Ὁ ἐπικεφαλῆς πρόσταξε νὰ κυκλώσουν ἀμέσως τὴ συνοδία.
-  Εἶμαι σίγουρος πὼς εἶναι αὐτὸ ποὺ ζητᾶμε! φώναξε θριαμβευτικά.
Οἱ στρατιῶτες ξιφούλκησαν καί, καθὼς ἡ φάλαγγα ὁρμοῦσε ἀπειλητικὴ μπροστά, ἡ κλαγγὴ τῶν σπαθιῶν ἔσμιξε μὲ τὸ παγερὸ βούισμα τοῦ ἀγέρα. Μὰ τότε ἔγινε τὸ ἀναπάντεχο. Ἀπ’ τὰ ριζὰ τοῦ βράχου ἕνας τρομερὸς βρυχηθμὸς τράνταξε τὴν κοιμισμένη κοιλάδα. Τὸ μεγάλο λιοντάρι μ’ ἕνα τεράστιο πήδημα βρέθηκε ἀνάμεσα στὴ μικρὴ συντροφιὰ καὶ τοὺς ἔφιππους στρατιῶτες, δείχνοντάς τους τὰ τρομερὰ δόντια του καὶ γρυλίζοντας δυνατά. Ἡ ὁμήγυρη τῶν ζώων ἀκολούθησε πάραυτα τὸν βασιλιά της. Τὰ ἄλογα ξαφνιασμένα πισωπάτησαν. Ὁ ἐπικεφαλῆς φρύαξε.
-  Τοξότες! οὔρλιαξε ἀλλόφρονα.
Τέσσερις ἱππεῖς αὐτοστιγμεί, ἐλαφρὰ ὁπλισμένοι μὲ τόξα, ἔριξαν τὰ βέλη τους πάνω στ’ ἀγρίμια. Οἱ σαΐτες ἔσκισαν σφυρίζοντας τὸν παγωμένο ἀέρα, μὰ ὅταν ἄγγιξαν τὰ ἀγριεμένα θηρία, ἔπεσαν στὴ γῆ σὰν νὰ χτύπησαν ἀτσάλι. Πεισματωμένοι οἱ τοξότες ἔριξαν καὶ ξανάριξαν, μὰ δὲν ἄλλαξε τίποτε. Μόλις ἄγγιζαν τὸ σῶμα τῶν ζώων τὰ βέλη τους, ἔπεφταν ἀμέσως στὸ χῶμα. Ὁ ἀρχηγὸς φρένιασε.
-  Ἐπάνω τους! κραύγασε δυνατά. Δὲν θὰ μᾶς ξεφύγουν τώρα!
Μὰ τὰ ἄλογα δὲν σάλεψαν καθόλου. Οἱ ἀναβάτες τὰ σπιρούνισαν, μὰ ὅσο κι ἂν τὰ παρότρυναν, δὲν κινήθηκαν οὔτε βῆμα μπροστά. Ὁ ἐπικεφαλῆς ξεπέζεψε μανιασμένος. Δὲν μποροῦσε νὰ καταλάβει τί συνέβαινε. Τυφλὸς μὲς στὴν παραφορά του ἀγνόησε τὴν ἀπειλὴ τῶν ἀγριμιῶν καὶ μ΄ ἕνα παράτολμο σάλτο ὅρμησε πρὸς τὸ βρέφος ποὺ ἀναπαυόταν στὴ ζεστὴ ἀγκαλιὰ τῆς νεαρῆς μητέρας. Ὕψωσε ἀπειλητικὰ τὸ σπαθί του γιὰ νὰ τὸ σφάξει, μὰ τὰ μάτια του παρευθὺς ἀλλοιθώρησαν ἀπὸ τρόμο καὶ ἔκπληξη. Μπροστά του δὲν ἔβλεπε πιὰ τὴ νεαρὴ κόρη μὲ τὸ βρέφος της. Τὸ γλυκὸ πονεμένο πρόσωπο τῆς δικῆς του γυναίκας, μὲ τὸ δικό τους παιδὶ στὴν ἀγκαλιά της, πρόβαλε ἄξαφνα στὰ μάτια του. Ὁ ἀγαπημένος του γιὸς ἅπλωνε πρὸς τὴν ψυχρὴ λεπίδα τὰ χεράκια του καὶ τοῦ χαμογελοῦσε γλυκά, σὰν νὰ ἔλεγε:
-  Δὲν θὰ μὲ σκότωνες, μπαμπά μου, ἔτσι δὲν εἶναι; Δὲν θέλεις στ’ ἀλήθεια νὰ τὸ κάνεις αὐτό!
Ὁ σκληροτράχηλος πολεμιστὴς πέτρωσε ἀπ’ τὴ σαστιμάρα του. Τὰ ἀτσάλινα δάχτυλά του παρέλυσαν, τὸ ψυχρὸ φονικὸ μέταλλο ἔπεσε στὴ γῆ. Μὰ τί γινόταν ἐπιτέλους ἐδῶ; Ποιὸς ἔπαιζε παιχνίδια μπρὸς στὰ μάτια του; Ποιὸ ἀνεξήγητο βαθὺ μυστήριο ξετυλιγόταν μπροστά του; Τὰ γόνατά του λύγισαν, τὸ κορμί του ἔγειρε, ἔπεσε στὴ γῆ. Θολὸ τὸ βλέμμα του ὑψώθηκε ξανά, ἐναγώνια ἔψαξε τὸ μονάκριβο παιδί του καὶ τὴν ἀγαπημένη του σύζυγο. Μὰ δὲν εἶδε μπρός του παρὰ τὴν ἄγνωστη νεαρὴ μητέρα, μὲ τὸ βρέφος της νὰ ἀναπαύεται μακάριο στὴ ζεστὴ ἀγκαλιά της.
Καθισμένη στὸ ταπεινὸ ὀνάριο τὸν κοίταζε μὲ ἀνέκφραστη συμπόνια. Τὸ βλέμμα της ἀκτινοβολοῦσε γλυκειὰ ζεστασιά. Κι ὅπως ξεχυνόταν ἀπὸ ψηλὰ τὸ λαμπερὸ φέγγος τοῦ παράξενου ἄστρου, ἕνα φωτεινὸ ὑπερκόσμιο τόξο ἰρίδιζε ἀκτινωτὰ γύρω της, τρεμοπαίζοντας καὶ σκορπίζοντας ἀπαλὰ χίλια χρώματα στὴν ψυχρὴ σκοτεινιά. Μιὰ παρθενική, ἀνέγγιχτη, δροσερὴ ὀμορφιὰ φαινόταν νὰ ξεπηδάει ἀπὸ τὸ φωτεινό της πρόσωπο. Μὰ κι ἐκεῖνο τὸ θεόμορφο βρέφος της! Ἔδειχνε μοναδικό. Σὰν νὰ μὴν εἶχε ὅμοιό του πάνω στὴ γῆ. Σὰν νὰ κατέβηκε τὸ δίχως ἄλλο ἀπ’ τὸν οὐρανό!
Ὁ τραχὺς στρατιώτης ἔβλεπε ἐκστατικός. Μιὰ δραστικὴ ἀλλοίωση εἶχε συμβεῖ μέσα του. Ἔνοιωθε πιὰ πὼς τοῦ ἦταν ἀδύνατο νὰ ὑψώσει τὸ χέρι του φονικὸ πάνω στὸ βρέφος αὐτό. Δὲν ἔβλεπε στὸ πρόσωπό του τὸν ἐχθρὸ ποὺ τόσο ἐπιδίωκε νὰ ἐξοντώσει, μὰ τὸ μονάκριβο δικό του ἀγαπημένο παιδί. Καὶ - πράγμα παράξενο! - ἔνοιωθε τὸ ἄγνωστο βρέφος πιὸ δικό του κι ἀπ’ τὸ δικό του παιδί. Κι αὐτὸς βρισκόταν ἐδῶ ὄχι γιὰ νὰ σκοτώσει, μὰ γιὰ νὰ προστατέψει τὸ βρέφος καὶ τὴ μητέρα του ἀπὸ κάθε ἐπιβουλή. Ὄπως θὰ ἔκανε γιὰ τὸ δικό του βρέφος καὶ τὴ λατρευτή του γυναίκα, ἂν χρειαζόταν. Ἡ ἀποστολή του ἄλλαξε πιά. Πέρασε στὴν ὑπηρεσία κάποιου ἄλλου βασιλιᾶ, κι ἂς μὴν τὸν γνώριζε κάν. Ἡ καρδιά του εἶχε σαγηνευτεῖ ἀπ’ τὴν οὐράνια ὀμορφιὰ ποὺ πλανιόταν γύρω του. Μιὰ πρωτόγνωρη γαλήνη ἁπλώθηκε μέσα του. Κατάλαβε πὼς ὅ,τι συνέβαινε τὸν ξεπερνοῦσε. Αἰσθάνθηκε μικρός, ἐλάχιστος, μπρὸς στὸ μικρὸ ἐκεῖνο βρέφος. Φάνταζε τόσο ἀδύναμο στὰ χέρια μιᾶς εὔθραυστης κόρης. Μὰ τὰ πάντα φαινόντουσαν νὰ ὑποκλίνονται μπρός του.
Καὶ νά, ποὺ τώρα τὸ τρομερὸ λιοντάρι καὶ ὁ στικτὸς πάνθηρας πλησίασαν. Κάθησαν χάμω, δίπλα στὸ ταπεινὸ ὀνάριο, σιγανὰ γουργουρίζοντας σὰν γατοῦλες ἀκίνδυνες. Ὁ ἄγριος λύκος ἔτριψε τὴ μουσούδα του σὰν ἥμερο κουτάβι στὰ πόδια τοῦ γέροντα. Ὅλα τὰ ζῶα περιτριγύρισαν φιλικὰ τὴ μικρὴ συντροφιά. Τὸ νεῦμα τοῦ μικροῦ παιδιοῦ, ἀόρατο μὰ παντοδύναμο, ὁδηγοῦσε λιοντάρι καὶ μοσχάρι μαζί, ταῦρο καὶ ἀρκούδα, λύκο καὶ ἀρνί, πάρδαλη καὶ ἐρίφιο. Κυριευμένοι ἀπὸ τὴν ἀλλόκοσμη ὀμορφιὰ τοῦ ἀπροσδόκητου μυστηρίου οἱ στρατιῶτες, ξεπέζεψαν ἀμήχανοι, πλησίασαν διστακτικά, γονάτισαν δίπλα στὰ θηρία κι αὐτοί.
Ὁ χρόνος ἔδειχνε νὰ ἔχει σταματήσει. Στὴ σκοτεινιὰ τῆς παγερῆς κοιλάδας τοῦ θανάτου φαινόταν ἀνοιχτὸ ἕνα παράθυρο μιᾶς ἄλλης κτίσης φωτεινῆς. Ἄνθρωποι καὶ ζῶα, ἡ ἐπίγεια πλάση ὁλόκληρη, θύματα καὶ θύτες, παραδομένοι στὴν ἀδυσώπητη μανία τῆς ἔχθρας καὶ τοῦ πολέμου γιὰ χιλιάδες χρόνια, ξαναβρισκόντουσαν τώρα σ΄ ἕνα ἀντάμωμα πρωτόφαντης ἀρχαίας ὀμορφιᾶς. Τὸ ὅραμα τοῦ χαμένου βασιλείου τῆς Ἐδὲμ ἔλαμπε μπρός τους ὁλοζώντανο. Ἡ χρυσὴ πύλη του ἦταν ξανὰ ἀνοιχτή. «Οὐκέτι φλογίνη ρομφαία φυλάττει τὴν πύλην τῆς Ἐδέμ». Τὸ βρέφος προσκαλοῦσε τοὺς πάντες μυστικά: «Εἰσάγεσθε πάλιν εἰς τὸν Παράδεισον». Μιὰ παλιὰ προφητεία ἔπαιρνε σάρκα καὶ ὀστᾶ. Έβλεπαν ὅτι «ἤγγικεν», ἦταν ὄντως κοντὰ ἡ ἐποχή, ὅπου «συμβοσκηθήσεται λύκος μετὰ ἀρνός, καὶ πάρδαλις συναναπαύσεται ἐρίφῳ, καὶ μοσχάριον καὶ ταῦρος καὶ λέων καὶ βοῦς καὶ ἄρκος ἅμα βοσκηθήσονται, καὶ παιδίον μικρὸν ἄξει αὐτούς».

Μιὰ μεγάλη συνοδία βάδιζε τώρα ἀντάμα. Ἔφτασαν μέχρι τὰ ὅρια τῆς χώρας ἐκείνης. Ἐκεῖ σταμάτησαν. Τὸ βρέφος ὕψωσε τὸ χέρι του, ἕνα μικρὸ χεράκι βρεφικό, μὰ ἱκανὸ νὰ κυβερνάει τὰ σύμπαντα. Τοὺς εὐλόγησε σταυροειδῶς. Τὸ μεγάλο λιοντάρι, ὁ πάνθηρας, ἡ ἄρκτος, τὰ θηρία, τὰ κτήνη, οἱ ἄνθρωποι, ἔσκυψαν καὶ πάλι ταπεινὰ μπρὸς στὸ ὀνάριο, ποὺ κουβαλοῦσε «παιδίον νέον, τὸν πρὸ αἰώνων Θεόν». Τὸ μικρὸ παιδὶ ἔφερε τὰ πάντα «εἰς ἑνότητα».
 Προσκύνησαν εὐλαβικὰ καὶ πῆραν τὸν δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς. Ἡ ἐδεμικὴ μαγεία τοὺς εἶχε μεταμορφώσει. Εἶχαν εἰσέλθει γιὰ λίγο στὸν ἄχρονο καὶ ἀδιάστατο χωροχρόνο τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Εἶδαν τὴν ἀνατολὴ τῆς πολυπόθητης καινῆς κτίσης. Ὁ Ἄρχοντας τῆς εἰρήνης ἦταν πλέον ἀνάμεσά τους. Ἡ ἀγάπη, ἡ χαρὰ καὶ ἡ εἰρήνη εἶχαν θέση ξανὰ πάνω στὴ γῆ.
Ἐπιτέλους, γιὰ πρώτη φορὰ διαφαινόταν στὴν ἄκρη τοῦ τοῦνελ τὸ τέλος τοῦ πολέμου.
Χριστούγεννα 2016


Ἀντιύλη
Ἱ. Ν. Ἁγ. Βασιλείου, 481 00  Πρέβεζα
Τηλ. 26820 23075/25861/6980 898 504  

Διαδίδω τὴν «Ἀ ν τ ι ύ λ η»

Ἐκτυπώνω/προωθῶ σὲ φιλικά μου e-mails

Άγια Νήπια (περίπου 14.000) που εσφάγισαν με διαταγή του Ηρώδη


Ημερομηνία εορτής: 29/12/2016Άγια Νήπια (περίπου 14.000) που εσφάγισαν με διαταγή του Ηρώδη
Τύπος εορτής: Σταθερή.
Εορτάζει στις 29 Δεκεμβρίου εκάστου έτους.
Ιερά Λείψανα: Μεγάλο μέρος των Ιερών Λειψάνων βρίσκονται στο Πατριαρχείο Ιεροσολύμων.
Αποτμήματα των Ιερών Λειψάνων βρίσκονται στη Μονή Παντοκράτορος Αγίου Όρους.
Άγιοι που εορτάζουν: Αγια Νηπια (περιπου 14.000) Που Εσφαγισαν Με Διαταγη Του Ηρωδη




Διά ξίφους άωρα μητέρων βρέφη,
Ανείλεν εχθρός του βρεφοπλάστου Bρέφους.
Nήπια αμφ’ ενάτην τάμον εικάδα παππάζοντα.
Βιογραφία
Όταν οι Μάγοι δεν επέστρεψαν στον Ηρώδη να του πουν που είναι ο Χριστός, ο πονηρός αυτός βασιλιάς μηχανεύθηκε άλλο σχέδιο για να εξοντώσει το Θείο Βρέφος. Είχε ακούσει ότι, σύμφωνα με τις Γραφές, τόπος γέννησης του Χριστού θα ήταν η Βηθλεέμ. Επειδή όμως δε γνώριζε ποιος ήταν ο Ιησούς αν βρισκόταν μέσα στη Βηθλεέμ ή στα περίχωρα της και επειδή συμπέρανε ότι το παιδί θα ήταν κάτω από δύο χρονών, έδωσε διαταγή να σφαγούν όλα τα παιδιά της Βηθλεέμ και των περιχώρων της, μέχρι της ηλικίας των δύο ετών. Η σφαγή έγινε ξαφνικά, ώστε να μη μπορέσουν οι οικογένειες να απομακρυνθούν με τα βρέφη τους. Και οι δυστυχισμένες μητέρες είδαν να σφάζονται τα παιδιά τους μέσα στις ίδιες τις αγκαλιές τους. Η χριστιανική Εκκλησία, πολύ σωστά ανακήρυξε Άγια τα σφαγιασθέντα αυτά παιδιά, διότι πέθαναν σε μια αθώα ηλικία και υπήρξαν κατά κάποιο τρόπο οι πρώτοι μάρτυρες του χριστιανισμού. Μπορεί βέβαια να μη βαπτίσθηκαν εν ύδατι, βαπτίσθηκαν όμως, μέσα στο ίδιο ευλογημένο αίμα του μαρτυρίου τους.

Να σημειώσουμε τέλος, ότι τα λείψανα (ίσως μερικά) των Aγίων Νηπίων, βρίσκονται στην Kωνσταντινούπολη, στο Nαό του Aγίου Iακώβου του αδελφοθέου, τον οποίον ανήγειρε ο Iουστίνος.

Ἀπολυτίκιον  (Κατέβασμα)
Ἦχος α’. Τὸν τάφον σου Σωτὴρ.
Ως θύματα δεκτά, ως νεόδρεπτα ρόδα και θεία απαρχή, και νεόθυτοι άρνες, Χριστώ τω ώσπερ νήπιον, γεννηθέντι προσήχθητε, αγνά Νήπια, την του Ηρώδου κακίαν, στηλιτεύοντα και δυσωπούντα απαύστως, υπέρ των ψυχών ημών.

Κοντάκιον
Ήχος δ'. Επεφάνης σήμερον.
Αστήρ Μάγους έπεμψε, προς τον τεχθέντα, και Ηρώδης άδικον, στρατόν απέστειλε κενώς, φονοκτονήσαι οιόμενος, τον εν τη φάτνη ως Νήπιον κείμενον.




Οπτικοακουστικό Υλικό
media
Ακούστε το απολυτίκιο!




Αγιογραφίες / Φωτογραφίες
Η Σφαγή των 14.000 Νηπίων
Η Σφαγή των 14.000 Νηπίων

Η βρεφοκτονία του Ηρώδη (λεπτομέρεια) - Ιερά Μονή Ξηροποτάμου, Τοιχογραφία Καθολικού
Η βρεφοκτονία του Ηρώδη (λεπτομέρεια) - Ιερά Μονή Ξηροποτάμου, Τοιχογραφία Καθολικού

Η βρεφοκτονία του Ηρώδη (τμήμα) - Ιερά Μονή Μεγίστης Λαύρας, Τοιχογραφία Καθολικού
Η βρεφοκτονία του Ηρώδη (τμήμα) - Ιερά Μονή Μεγίστης Λαύρας, Τοιχογραφία Καθολικού

Λεπτομέρεια από τη Σφαγή των Νηπίων - Ιερά Μονή Σταυρονικήτα, Τοιχογραφία Θεοφάνους από το Καθολικό, 16ος αι. μ.Χ.
Λεπτομέρεια από τη Σφαγή των Νηπίων - Ιερά Μονή Σταυρονικήτα, Τοιχογραφία Θεοφάνους από το Καθολικό, 16ος αι. μ.Χ.

Άγια Νήπια και Βρεφοκτονία εις Βηθλεέμ
Άγια Νήπια και Βρεφοκτονία εις Βηθλεέμ

Άγια Νήπια και Βρεφοκτονία εις Βηθλεέμ
Άγια Νήπια και Βρεφοκτονία εις Βηθλεέμ

Άγια Νήπια και Βρεφοκτονία εις Βηθλεέμ
Άγια Νήπια και Βρεφοκτονία εις Βηθλεέμ

Άγια Νήπια και Βρεφοκτονία εις Βηθλεέμ
Άγια Νήπια και Βρεφοκτονία εις Βηθλεέμ

Ο θρήνος της Ραχήλ
Ο θρήνος της Ραχήλ

Μνήμη πάντων των Χριστιανών που πέθαναν μαρτυρικά για τη δόξα του Χριστού, από πείνα, δίψα, κρύο και μαχαίρι


Ημερομηνία εορτής: 29/12/2016
Δεν βρέθηκε αγιογραφία. Παρακαλούμε επικοινωνήστε μαζί μας, αν έχετε να μας προτείνετε κάποια.
Τύπος εορτής: Σταθερή.
Εορτάζει στις 29 Δεκεμβρίου εκάστου έτους.
Άγιοι που εορτάζουν:  Μνημη Παντων Των Χριστιανων Που Πεθαναν Μαρτυρικα Για Τη Δοξα Του Χριστου, Απο Πεινα, Διψα, Κρυο Και Μαχαιρι



Σωθήναι πάντας τους βροτούς Σώτερ θέλων,
Eις τούτο κρίσεις μηχανάσαι πανσόφως.
Βιογραφία
Αυτή τη μέρα η Εκκλησία μας όρισε να γιορτάζουμε τη μνήμη όλων των Χριστιανών, που μαρτύρησαν για την πίστη του Χριστού και τα ονόματα τους δεν μας είναι γνωστά.

Η γιορτή αυτή μας διδάσκει, ότι το βλέμμα του Θεού δεν είναι όμοιο με του ανθρώπου. Διότι οι άνθρωποι, συνήθως δοξάζουν και τιμούν αυτούς που γίνονται γνωστοί και διάσημοι, ενώ ο Θεός βλέπει γνωστούς και αγνώστους, διάσημους και άσημους, αρκεί όλοι να πράττουν ευσυνείδητα το θέλημα του. Έτσι και ο μικρότερος των χριστιανών αυτών, θα λάμψει ασύγκριτα περισσότερο από τους πιο φαντασμένους και αστραφτερούς βασιλείς της γης, όταν έλθει η ώρα της τελικής δικαίωσης.

Tελείται δε η αυτών Σύναξις εν τω Nαώ της Yπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου εν τοις Xαλκοπρατείοις.

Τετάρτη, 28 Δεκεμβρίου 2016

ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ - ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ

Τα παραλειπόμενα της Συνόδου στην Κρήτη.

Ο καθηγητής Βλάσιος Φειδάς μιλά αναλυτικά για την προεργασία, τα προβλήματα και τα γεγονότα μέχρι και την Σύνοδο της Κρήτης.
Για να ακούσετε την ομιλία κατεβάστε την από τον παρακάτω σύνδεσμο

Ἡ π ρ ο σ δ ο κ ί α τ ῶ ν ἐ θ ν ῶ ν

π.   Δ η μ η τ ρ ί ο υ   Μ π ό κ ο υ  
Ὁ  πα­τριά­ρχης Ἰ­α­κὼβ συ­ναι­σθα­νό­με­νος τὸ τέ­λος του κά­λε­σε κον­τά του τοὺς δώ­δε­κα γιούς του. «Συ­να­χθῆ­τε γύ­ρω μου, εἶ­πε, γιὰ νὰ σᾶς ἀ­ναγ­γεί­λω τί πρό­κει­ται νὰ σᾶς συμ­βεῖ μέ­χρι τὸ τέ­λος τοῦ κό­σμου». Ἀ­φοῦ συγ­κεν­τρώ­θη­καν ὅ­λοι, ἄρ­χι­σε ἀ­πὸ τὸν με­γα­λύ­τε­ρο, τὸν Ρου­βήν, νὰ τοὺς εὐ­λο­γεῖ καὶ νὰ προ­φη­τεύ­ει μὲ τὸν φω­τι­σμὸ τοῦ Θε­οῦ τὰ μέλ­λον­τα.
Ἰ­δι­αί­τε­ρη εὐ­λο­γί­α ἔ­δω­σε στὸν τέ­ταρ­το γιό του, τὸν Ἰ­ού­δα: «Ἰ­ού­δα, θὰ σὲ ὑ­μνή­σουν οἱ ἀ­δελ­φοί σου. Ἡ δύ­να­μή σου θὰ εἶ­ναι ἰ­σχυ­ρὴ πά­νω στοὺς ἐ­χθρούς σου. Οἱ ἀ­πό­γο­νοι τοῦ πα­τέ­ρα σου θὰ σὲ προ­σκυ­νή­σουν. Εἶ­σαι σκύ­μνος λέ­ον­τα (νε­α­ρὸ λι­ον­τά­ρι), Ἰ­ού­δα. Ἀ­πὸ βλα­στὸ φύ­τρω­σες, γι­έ μου. Ξά­πλω­σες καὶ κοι­μή­θη­κες ὅ­πως κοι­μᾶ­ται ὁ λέ­ον­τας καὶ ὁ σκύ­μνος. Ποι­ὸς τολ­μά­ει νὰ τὸν πλη­σιά­σει γιὰ νὰ τὸν ξυ­πνή­σει; Δὲν θὰ λεί­ψει ἄρ­χον­τας ἀ­πὸ τὴ φυ­λὴ τοῦ Ἰ­ού­δα καὶ ἀρ­χη­γὸς ἀ­πὸ τοὺς ἀ­πο­γό­νους του, ὥ­σπου νὰ ἔλ­θει ἐ­κεῖ­νος στὸν ὁ­ποῖ­ο ἀ­πό­κειν­ται (ὅ­λες) οἱ ἐ­ξου­σί­ες καὶ αὐ­τὸς θὰ εἶ­ναι ἡ προσ­δο­κί­α τῶν ἐ­θνῶν» (Γεν. 49, 1-10). 
Μὲ τὰ λό­για του αὐ­τὰ ὁ Ἰ­α­κὼβ προ­φη­τεύ­ει ὁ­λο­κά­θα­ρα τὴν προ­έ­λευ­ση τοῦ Μεσ­σί­α ἀ­πὸ τὴ φυ­λὴ τοῦ Ἰ­ού­δα. Κλά­δοι τοῦ γε­νε­α­λο­γι­κοῦ του δέν­δρου ἦ­ταν οἱ κα­τὰ σάρ­κα πρό­γο­νοι τοῦ Χρι­στοῦ, μὲ ἐ­ξέ­χον­τα τὸν ἐ­κλε­κτὸ τοῦ Θε­οῦ βα­σι­λιὰ Δαυ­ΐδ. Ἔ­τσι λοι­πὸν «ἄρ­χων καὶ ἡ­γού­με­νος» δὲν ἔ­λει­ψαν πο­τὲ ἀ­πὸ τὴ φυ­λὴ τοῦ Ἰ­ού­δα, μέ­χρις ὅ­του ἦλ­θε ὁ Χρι­στός, γιὰ τὸν ὁ­ποῖ­ο μι­λοῦ­σαν ὅ­λες οἱ προ­φη­τεῖ­ες καὶ ὁ ὁ­ποῖ­ος ἦ­ταν ἡ ἐλ­πί­δα καὶ ἡ προσ­δο­κί­α ὅ­λων τῶν ἐ­θνῶν.
Μό­νο κα­τὰ τὸν και­ρὸ «τῆς ἐ­πὶ γῆς πα­ρου­σί­ας» του, ὅ­ταν ἦλ­θε πλέ­ον νὰ γεν­νη­θεῖ ὡς «Θε­ὸς ἰ­σχυ­ρός, ἐ­ξου­σια­στής, ἄρ­χων εἰ­ρή­νης, πα­τὴρ τοῦ μέλ­λον­τος αἰ­ῶ­νος» ὁ Χρι­στὸς (Ἡσ. 9, 6), ἔ­λει­ψαν ἀ­πὸ τοὺς Ἰ­ου­δαί­ους οἱ ἄρ­χον­τες καὶ βα­σί­λευ­σε τό­τε ὁ Ἡ­ρώ­δης, Ἰ­δου­μαῖ­ος τὴν κα­τα­γω­γὴ καὶ ὄ­χι Ἰ­ου­δαῖ­ος, ἀ­πὸ τὴν Ἀ­σκά­λω­να τῆς Πα­λαι­στί­νης.
Στὴν ἐκ­πλή­ρω­ση τῆς προ­φη­τεί­ας τοῦ Ἰ­α­κὼβ ἀ­να­φέ­ρε­ται τὸ α΄ τρο­πά­ριο τῆς δ΄ ᾡ­δῆς τοῦ α΄ κα­νό­να τῆς Γεν­νή­σε­ως τοῦ Χρι­στοῦ («Ὃν πά­λαι προ­εῖ­πεν Ἰ­α­κὼβ ἐ­θνῶν ἀ­πεκ­δο­χήν, Χρι­στέ, φυ­λῆς Ἰ­ού­δα ἐ­ξα­νέ­τει­λας…»): Ἐ­ξα­νέ­τει­λες, Χρι­στέ, ἀ­πὸ τὴ φυ­λὴ τοῦ Ἰ­ού­δα, σὺ γιὰ τὸν ὁ­ποῖ­ο προ­φή­τευ­σε τὸν πα­λαι­ὸ και­ρὸ ὁ Ἰ­α­κώβ, ὅ­τι πρό­κει­ται νὰ γί­νεις ἡ «ἀ­πεκ­δο­χή», ἡ ἐλ­πί­δα δη­λα­δὴ καὶ προσ­δο­κί­α ὅ­λων τῶν εἰ­δω­λο­λα­τρι­κῶν ἐ­θνῶν.
Ὁ Ἰ­ού­δας ἀ­ξι­ώ­θη­κε, με­τὰ τὸν πα­τέ­ρα του Ἰ­α­κώβ, νὰ γί­νει ἡ ρί­ζα ἀ­π’ τὴν ὁ­ποί­α ἀ­νέ­τει­λε σὰν ἄν­θος ὁ Χρι­στός. Δὲν ἔ­λα­βαν ὅ­λοι οἱ γιοὶ τοῦ Ἰ­α­κὼβ τὴν ἴ­δια εὐ­λο­γί­α. Δὲν εἶ­χαν ἐ­πι­δεί­ξει ὅ­λοι ἀ­νε­πί­λη­πτη συμ­πε­ρι­φο­ρά. Με­ρι­κοὶ (Ρου­βήν, Συ­με­ών, Λευ­ῒ) εἶ­χαν πε­ρι­πέ­σει σὲ βα­ριὰ ἁ­μαρ­τή­μα­τα. Ὁ Δὰν πα­ρο­μοι­ά­ζε­ται μὲ φί­δι πού, κρυμ­μέ­νο στὸ δρό­μο, πα­ρα­μο­νεύ­ει τὸν δι­ερ­χό­με­νο κα­βαλ­λά­ρη.
Ὁ κα­θέ­νας λοι­πὸν λαμ­βά­νει κα­τὰ τὴν ἀ­ξί­α του. Ὁ Ἰ­α­κώβ, ὁ Ἰ­ού­δας, ὁ Δαυ­ῒδ καὶ ἄλ­λοι ἀ­ξι­ώ­θη­καν νὰ γί­νουν λαμ­πε­ροὶ κρί­κοι στὴν ἁ­λυ­σί­δα τῶν προ­πα­τό­ρων τοῦ Χρι­στοῦ. Πά­νω ἀ­π’ ὅ­λους βέ­βαι­α στέ­κει ἡ πα­νά­χραν­τη μη­τέ­ρα του, ἡ Πα­να­γί­α, ποὺ μὲ τὴν ἀ­ξί­α της ξε­πέ­ρα­σε κά­θε ἄλ­λο δη­μι­ούρ­γη­μα.
Καὶ ὅ­μως ὁ Χρι­στὸς δὲν ἀ­δι­κεῖ κα­νέ­να. Μᾶς κά­λε­σε νὰ γί­νου­με ὅ­λοι κα­τὰ σάρ­κα συγ­γε­νεῖς του: πραγ­μα­τι­κὰ ἀ­δέλ­φια καὶ μη­τέ­ρα του. Ἂν ἐ­φαρ­μό­σου­με τὸ θέ­λη­μά του (Ματθ. 12, 50). Τί μᾶς ἐμ­πο­δί­ζει λοι­πὸν ν’ ἀρ­χί­σου­με κι ἐ­μεῖς τὴ μυ­στι­κὴ κυ­ο­φο­ρί­α τοῦ Χρι­στοῦ, νὰ τὸν ἀ­φή­σου­με νὰ (δια)μορ­φω­θεῖ (Γαλ. 4, 19), νὰ γεν­νη­θεῖ, νὰ ζεῖ γιὰ πάν­τα μέ­σα μας;


(ΛΥΧΝΙΑ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ, ἀρ. φ. 377, Δε­κέμ­βριος 2014)

Τρίτη, 27 Δεκεμβρίου 2016

Ο Χριστός μας ελευθέρωσε με τη γέννησή Του!



του Γιάννη Παναγιωτόπουλου (*)


«Χριστὸς γεννᾶται· δοξάσατε.
 
Χριστὸς ἐξ οὐρανῶν· ἀπαντήσατε.
 
Χριστὸς ἐπὶ γῆς· ὑψώθητε.
 
ᾌσατε τῷ Κυρίῳ πᾶσα ἡ γῆ,
 
καὶ ἐν εὐφροσύνῃ, ἀνυμνήσατε λαοί·
 
ὅτι δεδόξασται».
 
Ακούσαμε και πάλι στις «καταβασίες» των Χριστουγέννων, σε μια από τις πιο γλυκιές σε μελωδίες και αναγνώσματα ακολουθία του χρόνου!
 
Ο Χριστός γεννήθηκε από την Θεοτόκο, γεννήθηκε ο Θεάνθρωπος από τη Παρθένο Μαρία, μυστήριο μέγα, που μας ξεπερνά. Γιατί ο ίδιος ο Λόγος του Θεού (το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος), αφού κυοφορήθηκε από την Παρθένο και προήλθε ως Θεός μαζί με την πρόσληψη, ήδη αφού και αυτή η σάρκα θεώθηκε από αυτόν ταυτόχρονα με την ανάδυσή της στο είναι, ώστε να γίνουν μαζί και τα τρία, η πρόσληψη, η ύπαρξη και η θέωσή της από τον Λόγο, και έτσι η Αγία Παρθένος να νοείτε και να λέγεται Θεοτόκος, όχι μόνο για την φύση του Λόγου, αλλά και για τη θέωση της ανθρώπινης φύσεως, σημειώνει ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός.
 
Ο Χριστός γεννήθηκε δεύτερη φορά από την Θεοτόκο -πρώτη από τον Πατέρα-, για να μας ελευθερώσει. Και αυτή η ελευθερία που μας έφερε είναι το πιο μεγάλο αγαθό στη ζωή μας! Η Εκκλησία πραγματοποίησε στον κόσμο μας την μόνη ειρηνική επανάσταση, ελευθερώνοντάς τον!
 
Άραγε, είμαστε έτοιμοι να θυσιάσουμε αυτήν μας την ελευθερία, την οποία υπερασπιστήκαν οι προγονοί μας και οφείλουμε εμείς να υπερασπιστούμε για τις επόμενες γενιές! Να τους δώσουμε όλα όσα θα τους κάνουν πραγματικά ελεύθερους ανθρώπους, να υπερασπιστούμε τον πολιτισμό και τις αξίες μας.
 
Τα έθνη δεν δουλώνονται εάν δεν είναι έτοιμα να το αποδεχτούν και το έθνος μας, την ελευθερία που ζει ως γένος ελευθερίας, οφείλει να την υπερασπιστεί και να την κρατήσει σε προσωπικό και συλλογικό επίπεδο!
 
Αυτά τα Χριστούγεννα ας είναι η αρχή ενός αγώνα, καταρχήν πνευματικού, που θα μας οδηγήσει σε δρόμους σωτηρίας και εξόδου από κάθε κρίση, για να έχουμε τη δύναμη να δώσουμε το φως που μας χάρισε ο Χριστός σε όλον τον κόσμο!
 
Χρόνια Πολλά!  
 
 
(*) Ο Γιάννης Παναγιωτόπουλος είναι Επ. Καθηγητής Γενικής Εκκλησιαστικής Ιστορίας στο Τμήμα Θεολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, τ. Γεν. Γραμματέας Μέσων Ενημέρωσης, πολιτεύεται με τη ΝΔ

Τίς αἱρέσεις πάντα τίς ἀκολουθοῦν διωγμοί.

 

            Πόσα δεινά ἔχουν ἔλθει στόν κόσμο; Οἰκονομική κρίση, φτώχεια καί πεῖνα, μετανάστευση λαῶν, τρομοκρατικές ἐνέργειες, πόλεμοι σφαγές  καί ἐγκλήματα, νόμοι ἀντίχριστοι ἀσεβεῖς καί ἀνήθικοι, ἐξάπλωση τῆς διαστροφῆς  τῶν ἀνθρώπων, ἀγωνιώδης προσμονή παγκόσμιου πυρηνικοῦ πολέμου, ἐξαγγελίες κυβερνητῶν, προετοιμασίες ἐθνῶν, μετακινήσεις στρατῶν, χρεοκοπίες κρατῶν, καταστροφή τῆς χώρας μας ἀπό ἀντεθνικές κυβερνήσεις, ἐξαθλίωση τοῦ λαοῦ μας μέ ἐντολές ἐξωτερικῶν δυνάμεων, εἰσροή φανατικῶν μωαμεθανῶν στήν ὀρθόδοξη πατρίδα μας, ἀπειλές γειτονικῶν κρατῶν γιά τήν ἐδαφική μας ἀκεραιότητα κ.ἄ.π. πού ξαφνικά ἐμφανίζονται καί δέν ξέρουμε πού θά ὁδηγήσουν τήν ζωή μας.

            Καί σάν νά μή μας ἔφταναν αὐτά, ξεκινᾶμε ἕναν ἐμφύλιο πόλεμο, χωρίς ὅπλα πού ἀφαιροῦν τήν ζωή, ἀλλά πού κλονίζουν τήν ψυχή καί σαλεύουν τήν πίστη.

            Ὅπως ὅταν ἐμφανίζονταν οἱ αἱρέσεις καί ὅταν ἄλλαξε τό ἡμερολόγιο καί διχάζονταν οἱ χριστιανοί, ἔτσι καί τώρα μ΄αὐτή τήν μυστήρια Σύνοδο τῆς Κρήτης, Ἐκκλησίες χωρίζονται,Μητροπολίτες διχάζονται, οἱ λαϊκοί ἀποροῦν καί στό Ἅγιον Ὄρος, Πατέρες διώκουν καί διώκονται.

            Ὅλες τίς Συνόδους γιά νά ἐπικυρωθοῦν, ἔπρεπε πρῶτα νά τίς ἀποδεχθοῦν οἱ χριστιανοί, ἐνῶ αὐτήν τήν Σύνοδο ὁποῖος δέν τήν ἀποδέχεται διώκεται. Καί μόνο αὐτό φτάνει γιά νά καταλάβει κι ἕνας ἁπλός χριστιανός ὅτι δέν εἶναι θεϊκή ἀλλά ληστρική.

            Τόσα χρόνια ζούσαμε μαζί ἀγαπημένοι καί ὑμνούσαμε τόν Θεό  «ἐν ἑνί στόματι καί μιᾷ καρδίᾳ»   καί τώρα ξαφνικά γίναμε ἐχθροί;

            Σχεδόν ὅλο τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, εἰδικά οἱ Ἕλληνες καί οἱ Σλάβοι βρίσκονται σέ ἀναταραχή καί ἀντιδροῦν στίς ἀλλαγές πού βλέπουν, ὅπως ἡ ἀναγνώριση -ἐμμέσως πλήν σαφῶς- τῶν ἑτερόδοξων ὡς ἱστορικῶν ἐκκλησιῶν, τοῦ Προτεσταντικοῦ Παγκόσμιου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν, τοῦ βαπτίσματος τῶν αἱρετικῶν ὁμολογιῶν, τοῦ γάμου μετά τῶν αἱρετικῶν, τῶν διαχριστιανικών διαλόγων μετά συμπροσευχών καί τελετῶν πού ἀπαγορεύονται κ.ἄ.π. ὅπως, ἡ ὑποβάθμιση τῶν Ποιμένων δηλ. τῶν Ἐπισκοπῶν στήν Σύνοδο, ἡ ἐγκαθίδρυση πρωτείων στήν Σύνοδο δηλ. οἱ πρῶτοι πού ἀποφασίζουν, οἱ δεύτεροι πού ψηφίζουν, οἱ τρίτοι πού συνυπογράφουν, οἱ τέταρτοι πού δέν συμμετέχουν, οἱ παρόντες αἱρετικοί πού συγχαίρουν καί οἱ ὀρθόδοξοι πού ὑποχρεωτικά ἀποδέχονται, ἡ παρουσία τοποτηρητῶν ἀπό ὅλες τίς αἱρέσεις καί συμπροσευχές μέ αὐτούς, ἡ συμμετοχή γυναικός πράκτορος τῆς CIA στήν Σύνοδο κ.λ.π. πού εἶναι ἀτελείωτα καί ἀνεκδιήγητα.

 

            Ἄς προσευχηθοῦμε νά μᾶς δείξει ὁ Θεός τί νά κάνουμε. Δόξα τῷ Θεῷ, ἡ Ἐκκλησία μας, ἔχει ἀφήσει Κανόνες πού μᾶς λένε τί μποροῦμε καί τί πρέπει νά κάνουμε. Ἄς μή βιαστοῦμε νά βγάλουμε συμπεράσματα καί ἀποφάσεις.

            Ἡ Ἐκκλησία ἐπιτρέπει μέ Κανόνες νά μή μνημονεύουμε ἕναν Ἐπίσκοπο πού ἀλλάζει τήν τάξη τῆς Ἐκκλησίας, διότι πῶς μπορεῖ χριστιανός πού πιστεύει καί ἀγαπάει τόν Χριστό, ν΄ἀποδέχεται ἕναν βλάσφημο ἐχθρό του Χριστοῦ ὅπως τό εἶπε ἡ Παναγία στήν Μονή Ζωγράφου «ἔρχονται οἱ ἐχθροί τοῦ Υἱοῦ Μου καί ἐμοῦ» καί ἐννοοῦσε τούς  Παπικούς καί τούς Φιλενωτικούς. 

            Ὡστόσο δέν ἐπιτρέπει νά κάνουμε σχίσμα, διότι ἡ Ἐκκλησία εἶναι μία «καί πύλαι ἅδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς».

            Σχίσμα δέν κάνει αὐτός πού ἀποτρέπει τήν δημιουργία σχίσματος πολεμώντας τά ἀλλότρια δόγματα διακόπτοντας ἐπικοινωνία μετά τοῦ αἱρετικοῦ Πατριάρχου.

            Σχίσμα γίνεται ὅταν κάποιος χωρίζεται ἀπό τήν μία ἁγία καί ἀποστολική Ἐκκλησία καί κάνει δική του ἐκκλησία, ἐπίσης ὅταν κάποιος βγάζει ἀλλότρια δόγματα, ὅπως ἔκαναν οἱ αἱρετικοί καί οἱ σημερινοί Οἰκουμενιστές πού ἀποδέχονται τούς αἱρετικούς καί μέ τήν «Οἰκουμενική Κίνηση» ὁδηγοῦν αὐθαίρετα τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία σέ ἕνωση μέ αὐτούς πού οἱ ἅγιοι Πατέρες μας καί οἱ Οἰκουμενικές μας Σύνοδοι τούς καταδίκασαν καί τούς ἀναθεμάτισαν καί παραμένουν ἀδιόρθωτοι καί προκόπτοντες εἰς τά χείρω.

            Συμμέτοχοι γίνονται καί ὅσοι τούς ἀκολουθοῦν γιά ὁποιοδήποτε λόγο, διότι οἱ πιστοί δέν κάνουν συμβιβασμούς στήν πίστη, ἐνῶ οἱ αἱρετικοί προσπαθοῦν νά ἐπιβληθοῦν μέ διωγμούς.

            Δυστυχῶς ἕνα τέτοιο φαινόμενο ἐμφανίζεται στό Ἅγιον Ὄρος, τό ὁποῖο φαίνεται ὅτι εἶναι ἐντολή ἄπ΄ἔξω καί εἶναι κρίμα νά συμβαίνει αὐτό ἐδῶ μέσα στήν Ἀθωνική πολιτεία καί οἰκογένεια.

            Νά διωχθεῖς ἀπό ἕναν ἀλλόπιστο ἢ αἱρετικό, ναί εἶναι εὐλογία, ἀλλά ἀπό τόν πατέρα σου ἢ τόν ἀδελφό σου εἶναι κρίμα γι΄αὐτόν.

            Ἄς προσευχηθοῦμε νά μᾶς φωτίσει ὁ Θεός νά κάνουμε τό καλό μέ καλόν τρόπο χωρίς ν΄ἀφήσουμε νά μειωθεῖ ἡ ὀρθόδοξη πίστη πουθενά καί σέ τίποτα.

            Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ἐλέησον ἡμᾶς τούς Ὀρθόδοξους Χριστιανούς Σου, καί τόν κόσμον ἅπαντα φώτισον.

            Ὑπεραγία Θεοτόκε σῶσον ἡμᾶς τούς Ἁγιορεῖτες Μοναχούς τοῦ Περιβολιοῦ σου.




Μοναχός Παίσιος Ἁγιορείτης.

 ΑΓΙΟΡΕΙΤΕΣ ΠΑΤΕΡΕΣ - Τ.Θ.76 -ΚΑΡΥΑΙ - ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ