Σάββατο, 31 Ιανουαρίου 2015

Μ.ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ: ΟΜΙΛΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΠΛΟΥΣΙΟΥΣ

ΜΕΓΑΛΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ
ΟΜΙΛΙΑ
ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΠΛΟΥΣΙΟΥΣ
[ΟΜΙΛΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΠΛΟΥΤΟΥΝΤΑΣ]

       1.Έχομεν ομιλήσει και άλλοτε σχετικά με τον νεανίσκον 1 αυτόν και εξάπαντως θα ενθυμήται ο επιμελής ακροα­τής αυτά που εξετάσαμεν τότε. Πρώτον μεν δεν είναι ο ίδιος με τον νομικόν που αναφέρεται εις τον Λουκάν 2. Διότι ε­κείνος μεν ήταν πειρακτήριος με το να κάμνη ειρωνικάς ε­ρωτήσεις, αυτός δε καλά μεν ερωτούσεν, αλλά δεν εδέχετο με ευπείθειαν3. Διότι δεν θα έφευγε λυπημένος από τας απαντήσεις που τού έδιδεν ο Κύριος, εάν περιφρονητικώς τού απηύθυνε τας ερωτήσεις. Δια τούτο κάπως ανάμικτος μας εφαίνετο η συμπεριφορά του, διότι άλλοτε μεν η Γραφήμας τον δεικνύει άξιον επαίνου, άλλοτε δε αθλιώτατον και καθ' ολοκληρίαν απελπισμένον.
 Το να γνωρίση δηλαδή τον αληθινόν διδάσκαλον και να περιφρονήση την αλαζονείαν των φαρισαίων και την γνώμην των νομικών και την ενόχλησιν των γραμματέων, και να αποδώση την ονομασίαν αυτήν εις τον μόνον αληθινόν και αγαθόν διδάσκαλον, αυτό ήταν εκείνο που επηνέσαμεν. Εκτός δε τούτου και το να φανή ότι φροντίζει πως θα ημπορούσε να κληρονομήση την αιώνιον βασιλείαν, και αυτό αξίζει να το παραδεχθούμεν. Αν­τιθέτως, εκείνο μάλιστα κρίνει ολόκληρον την διάθεσίν του, που δεν αποβλέπει εις το πραγματικώς καλόν, αλλά προσ­έχει αυτό που αρέσει εις τους  πολλούς, το ότι δηλαδή, αφού εδιδάχθη σωτήρια μαθήματα από τον αληθινόν διδά­σκαλον, δεν τα εχάραξεν εις την καρδίαν του και δεν εφήρμοσεν εις την πράξιν τα διδάγματα, άλλ' απήλθεν λυπημέ­νος, τυφλωμένος από το πάθος της φιλοπλουτίας.
 Αυτό δε ελέγχει την ανωμαλίαν της συμπεριφοράς και την ασυμφωνίαν προς τον εαυτόν του. Τον ονομάζεις διδάσκαλον 5 και δεν κάμνεις αυτά που κάμνουν οι μαθηταί; Τον λέγεις αγα­θόν6 και περιφρονείς αυτά που δίδει; Και όμως είναι φανερόν ότι αυτός που είναι αγαθός παρέχει αγαθά. Και ερωτάς μεν να μάθης δια την αιώνιον ζωήν7, αποδεικνύεσαι όμως ότι ολόκληρος είσαι δεμένος εις την απόλαυσιν τού παρόν­τος βίου. Ποίον δε δύσκολον, βαρύν ή δυσβάστακτον λόγον σου απηύθυνεν ο διδάσκαλος; Να πωλήσης όσα έχεις και να τα μοιράσης εις τους πτωχούς 8. Εάν σου επρότεινε γεωρ­γικάς εργασίας ή τους κινδύνους τού εμπορίου ή όσα άλλα επίπονα προσιδιάζουν εις αυτούς που κερδοσκοπούν, έπρε­πε συ δυσφορών δια την προσταγήν να λυπηθής. Εάν όμως σου υπόσχεται να σε αναδείξη κληρονόμον της αιωνίου ζωής μ' ένα τόσον εύκολον δρόμον που δεν έχει κανένα κόπον και ιδρωτα, δεν χαίρεις δια την ευκολίαν της σωτηρίας, αλλά φεύγεις με οδύνην και πένθος εις την ψυχήν και αχρηστεύεις δια τον εαυτόν σου όλα όσα έχεις κοπιάσει μέχρι τώρα; Διότι εάν δεν εφόνευσες, όπως συ λέγεις, ούτε εμοίχευσες, ούτε έκλεψες, ούτε εψευδομαρτύρησες εναντίον κάποιου 9, καθιστάς ανώφελον εις τον εαυτόν σου την επιμέλειαν γύρω από αυ­τά, αφού δεν προσθέτεις αυτό που υπολείπεται, με το οποίον θα ημπορέσης να εισέλθης εις την βασιλείαν τού θεού.
Και εάν μεν κάποιος ιατρός σου υπέσχετο να σου διορθώση α­ναπηρίαςπου υπάρχουν εις σε εκ φύσεως ή από αρρώστιαν, δεν θα ευθυμούσες όταν το ήκουες; Επειδή δε ο μεγάλος ιατρός των ψυχών θέλει να σε τελειοποιήση ως προς αυτά που καιρίως υστερείς, αρνείσαι την δωρεάν και πενθείς και σκυθρωπάζεις; Είναι φανερόν λοιπόν πως στέκεσαι μακρυά από την εντολήν και ψευδώς ωμολόγησες εις τον εαυ­τόν σου ότι έχεις αγαπήσει τον πλησίον σου ωσάν τον εαυ­τόν σου 10. Διότι να, η προσταγή τού Κυρίου σε αποδει­κνύει ότι απέχεις παρά πολύ μακρυά από την αληθινήν αγάπην. Διότι εάν αυτό που διεβεβαίωσες ήταν αληθινόν, ότι δηλαδή από τα νειάτα σου ετήρησες την εντολήν της αγάπης και έδωκες εις τον καθένα τόσον όσον και εις τον εαυτόν σου, τότε από που προέρχεται αυτή η χρηματική περιουσία; Διότι η ικανοποίησις των αναγκών των πτωχών καταναλώνει τον πλούτον, όταν δηλ. ο καθένας μεν δέχεται ολίγα δια την ικανοποίησιν των αναγκών του, όλοι δε μα­ζί μοιράζωνται τα υπάρχοντα που εξοδεύονται δι' όλους. Ώστε αυτός που αγαπά τον πλησίον ωσάν τον εαυτόν του δεν κατέχει τίποτε περισσότερον από τον πλησίον.
Άλλ' ό­μως φαίνεσαι να έχης πολλά κτήματα. Από που αυτά; Από που αλλού παρά από τού ότι είναι φανερόν ότι επροτιμούσες την ιδικήν σου απόλαυσιν από την παρηγορίαν των πολλών. Όσον λοιπόν υπερέχεις κατά τον πλούτον, τόσον υστερείς κατά την αγάπην. Διότι προ πολλού θα είχες σκεφθή να απομακρύνης τα χρήματα, εάν είχες αγαπήσει τον πλησίον. Τώρα δε τα χρήματα είναι συνδεδεμένα μαζί σου περισσότε­ρον από τα μέλη τού σώματος, και ο χωρισμός από αυτά σε λυπεί, σαν τον ακρωτηριασμόν των χρησιμωτέρων μελών. Διότι εάν είχες ενδύσει τον γυμνόν, εάν είχες δώσει τον άρ­τον σου εις αυτόν που πεινά, εάν η πόρτα σου είχεν ανοιγή εις κάθε ξένον, εάν είχες γίνει πατέρας των ορφανών, εάν συνέπασχες με κάθε αδύνατον, δια ποία τώρα χρήματα θα εδοκίμαζες λύπην; Που δε θα εδυσκολευόσουν να διαθέσης τα υπόλοιπα, εάν από πολλού είχες σκεφθή να τα μοιράζης εις τους ενδεείς; Έπειτα, εις μεν τας πανηγύρεις κανένας δεν λυπείται να πωλή τα υπάρχοντά του και να αποκτά άντ' αυτών αυτά που χρειάζεται. Αλλά με όσον μικροτέραν τι­μήν αγοράζει τα πολυτίμητα πράγματα, τόσον περισσό­τερον χαίρει, διότι η συναλλαγή του υπήρξε λαμπρά. Εσύ δε λυπείσαι με το να δίδης χρυσίον και αργύριον και κτή­ματα, δηλαδή με το να προσφέρης λίθους και χώμα, δια να απόκτησης την αιώνιον ζωήν.
2. Αλλά τι τον χρειάζεσαι τον πλούτον; Θα ενδυθής με ένδυμα; Δύο πήχεις σου αρκούν λοιπόν δια τον χιτωνίσκον11 και η ένδυσις ενός ιματίου θα καλύψη ολόκληρον την ανάγκην των ενδυμάτων. Μήπως θα εξοδεύσης τον πλούτον εις την διατροφήν; Ένας άρτος είναι αρκετός δια να γεμίσης την κοιλίαν σου. Διατί λοιπόν λυπείσαι; Σαν τι να στερήσαι; την δόξαν του πλούτου; Άλλ' εάν δεν αναζητησης την επίγειον δόξαν, θα εύρης την πραγματικήν εκείνην και λαμ­πράν, που σε προάγει εις την βασιλείαν των ουρανών. Αλλά το να έχης απλώς τον πλούτον είναι πράγμα αγαπητόν, έστω και αν δεν προκύπτει κανένα όφελος άπ' αυτόν. Ότι λοιπόν είναι ανόητος η φροντίδα δια άχρηστα πράγματα, είναι εις όλους γνωστόν. Ίσως σου φανή παράδοξον αυτό που σκοπεύω να ειπώ, πλην όμως είναι από όλα το πιο αληθινόν. Όταν ο πλούτος σκορπίζεται, κατά τον τρόπον που ο Κύριος παραγγέλλει, είναι φυσικόν να παραμένη, όταν όμως φυλάσσεται είναι φυσικόν να αποξενώνεται. Εάν τον φυλάσσης, δεν θα τον έχης, εάν τον σκορπίσης, δεν θα τον χάσης. Διότι εσκόρπισεν ελευθέρως και εμοίρασεν εις τους πτωχούς· η δικαιοσύνη του παραμένει αιωνίως 12.
Άλλ' όμως ο πλούτος δια τους περισσοτέρους δεν είναι πε­ριζήτητος ούτε δια τα ενδύματα, ούτε δια τας τροφάς, αλλά υπό τού διαβόλου έχει επινοηθή κάποιο τέχνασμα, που υποβάλλει εις τους πλουσίους απείρους αφορμάς δια δαπάνην,ώστε τα περιττά και τα άχρηστα να θεωρούνται ως σπουδαία και τίποτε να μη είναι αρκετόν δια την εφευρε­τικότητα των εξόδων. Διότι διαμοιράζουν τον πλούτον σύμφωνα και προς την παρούσαν ανάγκην και προς την μελλοντικήν, και ένα μέρος μεν το κρατούν δια τους εαυτούς των και το άλλο να είναι απόθεμα δια τα παιδιά τους. Έπειτα δε τον ίδιον πλούτον κατανέμουν σύμφωνα προς τας ποικίλας ανάγκας. Άκου λοιπόν ποιοι είναι οι κανονισμοί αυτών. Να είναι, λέγει, άλλος μεν πλούτος δια χρήσιν, άλλος δε δια απόθεμα, και αυτός που εξυπηρετεί τας ανάγκας να ξεπερνά το όριον των απαραιτήτων πραγμάτων. Αυτός να υπάρχη δια τας πολυτελείας των σπιτιών και εκείνος να εξυπηρετή ταςκοσμικάς επιδείξεις. Ο μεν να παρέχη την άνεσιν όταν οδοιπορής, ο δε να κάμνη την ζωήν σου λαμπράν και αξιοπρόσεκτον όταν μένης εις το σπίτι. Ώστε μου έρχεται εις τον νουν να θαυμάζω την εφεύρεσιν των περιττών αναγ­κών.Υπάρχουν χίλια δύο αμάξια, άλλα μεν που μεταφέρουν τας αποσκευάς, άλλα δε που κουβαλούν τους ιδίους και που είναι καλυμμένα με χαλκόν και άργυρον. Υπάρχουν πάμπολλα άλογα που και αυτά γενεαλογούνται από προγόνους ευγενι­κής ράτσαςόπως οι άνθρωποι. Άλλα μεν τους περιφέρουν εις την πόλιν, όταν διασκεδάζουν, άλλα κυνηγούν μαζί τους και άλλα έχουν εξασκηθή δια οδοιπορίαν. Τα χαλινάρια και αι ζώναι και τα περιδέραια, όλα είναιαργυρένια, όλα χρυ­σοκέντητα. Πορφυρένια σαΐσματα που κοσμούν τα άλογα σαν γαμβρούς· πληθώρα από μουλάρια, που κατά χρώμα είναι χωρισμένα. Οι οδηγοί αυτών, ο ένας κατόπιν του άλ­λου· αυτοί που τρέχουν εμπρός και αυτοί που ακολουθούν από οπίσω. Απειράριθμοι από τους άλλους υπηρέτας που αρκούν δια κάθε πολυτέλειαν και άνεσιν, δηλαδή επιστάται, ταμίαι, γεωργοί, τεχνίται, έμπειροι διαφόρων επαγγελμά­τωνπου έχουν εφευρεθή και δια τα αναγκαία, αλλά και δια την άνετον και απολαυστικήν ζωήν. Μάγειροι, αρτο­ποιοί, οινοχόοι, κυνηγοί, γλύπται, ζωγράφοι, δημιουργοί κάθε διασκεδάσεως. Κοπάδια από καμήλας, που άλλαι μεν είναι δια τα φορτία και άλλαι δια βοσκήν, κοπάδια από άλογα, βόδια, ποίμνια, αγέλαι από χοίρους, οι βοσκοί των βοσκοτόπια αρκετά δι' όλα αυτά και γη που με τα προϊόντα της αυξάνει τον πλούτον. Λουτρά εις την πόλιν, λουτρά εξοχικά, σπίτια περίλαμπρα από ποικίλα μάρμαρα, άλλο μεν από λίθον φρυγικόν, άλλο από πλάκα λακωνική ή Θεσσα­λική. Και από αυτά άλλα μεν που ζεσταίνουν τον χειμώνα, άλλα δε που δροσίζουν το θέρος. Το δάπεδον στολισμένον με ψηφιδωτά και η οροφή χρυσοκέντητος. Το μέρος δε των τοίχων που δεν καλύπτεται από μάρμαρον καλλωπίζεται με ζωγραφιστά άνθη.
3. Όταν όμως ο πλούτος που διαμοιράζεται εις απεί­ρους ανάγκας περισσεύη, παραχώνεται εις την γην και φυ­λάσσεται εις μέρη μυστικά. Διότι το μέλλον δεν είναι φανε­ρόν και μη τυχόν απρόβλεπτοι ανάγκαι μας εύρουν. Είναι μεν απρόβλεπτον το μέλλον εάν έλθης προς την ανάγκην τού χρυσού, δεν είναι όμως άδηλος η ζημία από την απανθρωπίαν της συμπεριφοράς. Διότι αφού δεν ημπόρεσες να εξοδεύσης τον πλούτον εις τας απειραρίθμους επινοήσεις, τότε τον απέκρυψες εις την γην. Είναι φοβερά μανία, όσον μεν ο χρυσός ήταν εις μετάλλευμα, να ανασκάπτης την γην, όταν δε ανακαλυφθή, να τον εξαφανίζης και πάλιν εις την γην.
Έπειτα, νομίζω, σου συμβαίνει όταν παραχώνης τον πλούτον να παραχώνης μαζί και την καρδιάν σου. Διότι όπου είναι ο θησαυρός σου, λέγει, εκεί είναι και η καρδία13Δια τούτο λυπούν αι εντολαί. Διότι τους κάμνουν την ζωήν αβίωτον, όταν δεν καταγίνεται με τας ανωφελείς δαπανάς. Και μου φαίνεται ότι το πάθος του νεανίσκου ή των παρο­μοίων με αυτόν είναι όμοιον, όπως εάν κάποιος πεζο­πόρος που λόγω της επιθυμίας να ιδή κάποιαν πόλιν προθύμως διέτρεξε την οδόν μέχρις αυτής, έπειτα δε κατέλυσε κάπου εκεί εις τα ξενοδοχεία που ήταν εμπρός από τα τείχη. Εξ αιτίας της τεμπελιάς να βαδίση ολίγον, αχρήστευσε και τον προηγούμενον κόπον και απέκλεισε τον εαυτόν του από την γνώσιν των καλών πραγμάτων της πόλεως. Τέ­τοιοι είναι αυτοί που καταδέχονται να κάμνουν όλα τα άλ­λα, άλλ' αντιτίθενται εις την απομάκρυνσιν των υπαρχόν­των. Γνωρίζω ότι πολλοί νηστεύουν, προσεύχονται, στε­νάζουν, φανερώνουν όλην την ανέξοδον ευλάβειαν, δεν α­φήνουν όμως ένα οβολόν εις αυτούς που θλίβονται. Ποιον το όφελος των από την λοιπήν αρετήν; Διότι δεν τους δέ­χεται η βασιλεία των ουρανών διότι είναι ευκολώτερον, λέγει, να περάση μία καμήλα από την τρύπαν μιας βελόνας παρά να εμβή ένας πλούσιος εις την βασιλείαν των ουρα­νών 14.
Αλλά η απόφασις είναι ολοκάθαρη και αυτός που την είπε δεν διαψεύδεται˙ αυτοί όμως που την πιστεύουν είναι σπάνιοι. Και πως θα ζήσωμεν όταν παραιτηθούμεν από όλα; Ποία δε θα είναι η μορφή τού κόσμου όταν όλοι πωλούν και όλα εγκαταλείπωνται; Μη μ' ερωτάς δια το νόημα των προσταγμάτων του Δεσπότου. Αυτός ο οποίος ενομοθέτησε γνωρίζει πολύ καλά και το αδύνατον να συναρμόζη με τον νόμον. Η καρδία σου ωσάν εις ζυγαριάν ζυ­γίζεται, αν κλίνη προς την αληθινήν ζωήν ή προς την προσωρινήν απόλαυσιν. Διότι αρμόζει αυτοί που σκέπτονται συνετά να θεωρούν την χρήσιν του πλούτου οικονομικήν και οχι απολαυστικήν, και όταν τον αποχωρίζωνται να χαίρουν, ωσάν να αποχωρίζωνται από ξένα, αλλά να μη δυσανασχετούν,   ωσάν να εκπίπτουν  από οικεία.   Διατί λοιπόν λυπείσαι; Διατί καταστενοχωρείσαι ψυχικά, όταν ακούης· Να πώλησης τα υπάρχοντα; Διότι εάν μεν σε συνώδευαν εις το μέλλον ούτε και εις την περίπτωσιν αυτήν θα σου ήταν τόσον περιζήτητα, επισκιαζόμενα από τα εκεί πολύτιμα αγαθά. Εάν δε είναι ανάγκη ακόμη να παραμένουν εδώ, διατί να μη αποκομίσωμεν κέρδος από αυτά με το να τα πωλήσωμεν; Εσύ όμως με το να δίδης χρυσόν και να απο­κτάς άλογον δεν λυπείσαι, με το να πωλής δε πράγματα φθαρτά και να αγοράζης την ουράνιον βασιλείαν, δακρύζεις και αρνείσαι αυτόν πού ζητά και δεν συγκατατίθεσαι να δώσης, με το να εφευρίσκης χιλίας δύο προφάσεις δι' εξόδευμα.
4. Τι θα αποκριθής εις τον κριτήνεσύ που ενδύεις τους τοίχους και δεν ενδύεις άνθρωπον; Που στολίζεις τα άλογα, αλλά περιφρονείς τον άδελφόν που είναι γυμνός; Που καταμουχλιάζεις το σιτάρι και δεν τρέφεις αυτούς που πεινούν; Που παραχώνεις τον χρυσόν και καταφρονείς τον καταπιεζόμενον; Εάν μάλιστα συζή και γυναίκα που αγά­πα τον πλούτον, τότε η αρρώστια είναι διπλασία. Διότι και τας τέρψεις ανάβει και μαζί μ' αυτάς και τας φιληδονίας αυξάνει, και κεντρίζει τας περιέργους επιθυμίας, με το να επινοή διαφόρους λίθους, μαργαριτάρια και σμαράγδια και σαπφείρους και χρυσόν άλλον με το να τον επεξεργάζε­ται εις κοσμήματα, άλλον δε με το να τού υφαίνη και να αυξάνη την ασθένειαν με κάθε πολυτέλειαν. Βέβαια η φροντίδα γύρω άπ' αυτά δεν είναι κάτι το πάρεργον, αλλά φροντί­ζουν δι' αυτά ολόκληρους νύχτας και ημέρας. Πάμπολλοι δε κόλακες, που συντρέχουν εις τας επιθυμίας των, συγκεν­τρώνουν τους ανθοβαφείς15, τους χρυσοχόους, τους αρωματοποιούς, τους υφαντάς, τους διακοσμητάς. Δεν παρέχουν περιθώρια εις τον άνδρα να αναπνεύση από τας συνεχείς παραγγελίας της. Κανένας πλούτος δεν είναι αρκετός να εξυπηρέτηση τας γυναικείας επιθυμίας, ούτε και αν ακόμη ρέη από ποταμούς, όταν αύται προμηθεύωνται το τεχνικόν, ωσάν το λάδι από την αγοράν, και τα θαλασσινά άνθη, την θαλασσινήν πορφύραν16, την πίνναν17, περισσότερον από όσον το μαλλί από τα πρόβατα. Χρυσός δε που περισφίγγει τα πολύτιμα πετράδια, άλλος μεν γίνεται δι' αυτάς στο­λισμός εις το μέτωπον, άλλος δε γύρω από τον λαιμόν, άλ­λος εις τας ζώνας και άλλος περιβάλλει τα χέρια και τα πόδια.
Διότι αύται που αγαπούν το χρυσάφι χαίρουν να είναι δεμέναι με χειροπέδας, μόνον εάν το δέσιμον είναι από χρυσόν. Πότε λοιπόν θα φροντίση δια την ψυχήν του αυτός που δουλεύει εις τας γυναικείας επιθυμίας; Διότι όπως αι καται­γίδες και αι φορτούναι καταποντίζουν τα σαθρά από τα καράβια, έτσι αι πονηραί διαθέσεις των γυναικών κατα­πνίγουν τας ασθενείς ψυχάς των συζύγων. Όταν λοιπόν ο πλούτος από τον άνδρα και την γυναίκα, που ο ένας συνα­γωνίζεται τον άλλον εις τας επινοήσεις των ματαίων, δια­σπαθίζεται εις τόσα πολλά πράγματα, είναι εύλογον να μη μένη καιρός να ενδιαφερθούν δια τους άλλους. Αλλά εάν μεν ακούσης να πωλήσης τα υπάρχοντα και να τα μοιράσης εις τους πτωχούς, δια να έχης εφόδια δια την αιωνίαν απόλαυσιν, τότε φεύγεις λυπημένος εάν δε ακούσης δώσε χρήματα εις γυναίκας, που ζουν πολυτελώς, δώσε εις τους γλύπτας, εις τους οικοδόμους, εις τους τεχνίτας των ψηφι­δωτών, εις τους ζωγράφους, χαίρεις ωσάν να αποκτάς κάτι πολυτιμότερον από χρήματα.
Δεν βλέπεις αυτούς τους τοί­χους που καταρρέουν με τον χρόνον, των οποίων τα λείψανα ωσάν κάποιοι σκόπελοι αναδύονται από ολόκληρον την πόλιν; Όταν οι τοίχοι αυτοί εκτίζοντο, πόσοι υπήρξαν οι πτωχοί εις όλην την πόλιν, που παρεβλέποντο από τους τότε πλουσίους λόγω της φροντίδος των γύρω από αυτά; Που λοιπόν είναι η λαμπρά κατασκευή των έργων; Που δε αυτός που εκαυχάτο με την μεγαλοπρέπειαν αυτών; Δεν έχουν καταστραφή και εξαφανισθή αυτά, όπως αυτά που με το παιχνίδι κατασκευάζουν τα παιδιά εις την αμμουδιάν και αυτός δεν ευρίσκεται εις τον ωδήν, μετανοιωμένος δια την φροντίδα των ματαίων πραγμάτων; Να είσαι μεγαλόψυχος. Οι μικροί δε και οι μεγάλοι τοίχοι εκπληρώνουν την ιδίαν ανάγκην. Όταν εισέλθω εις σπίτι ανδρός ξιπασμένου και νεόπλουτου και το ιδώ να είναι στολισμένον με ποικίλα άνθη, ηξεύρω πολύ καλά ότι αυτός τίποτε από τα βλεπόμενα πο­λυτιμότερον δεν κατέχει, αλλά καλλωπίζει τα άψυχα και έχει αστόλιστον την ψυχήν.
Ποίαν, πες μου, περισσοτέραν ανάγκην παρέχουν τα αργυρένια κρεββάτια και τα αργυρένια τραπέζια, τα ελεφάντινα καθίσματα και τα ελεφάντινα αμάξια, ώστε ο πλούτος εξ αιτίας αυτών να μη περνά εις τους πτωχούς, μολονότι αναρίθμητοι στέκονται έξω από την πόρταν και εκβάλλουν κάθε είδος λυπητεράς φωνής;Εσύ δε αρνείσαι να δώσης, με το να λέγης ότι είναι α­δύνατον να επαρκέσης εις αυτούς που επαιτούν. Και με την γλώσσαν μεν ορκίζεσαι, ελέγχεσαι δε από το χέρι. Διότι το χέρι σου που δεν ομιλεί, αλλά περιαστράπτει από την πέτραν τού δακτυλιδιού, διαλαλεί την ψευδολογίαν σου. Πό­σους ημπορεί να απαλλάξη από τα χρέη ένα ιδικόν σου δα­κτυλίδι; Πόσα σπίτια που καταστρέφονται να ανορθώση; Μία ιματιοθήκη σου ημπορεί να ενδύση ολόκληρον λαόν που τρεμουλιάζει. Άλλ' ανέχεσαι να διώξης άπρακτον τον πτωχόν, χωρίς να φοβάσαι την δικαιοσύνην της ανταποδόσεως από τον κριτήν. Δεν ελέησες, δεν θα ελεηθής. Δεν άνοιξες την πόρταν, θα εκδιωχθής από την βασιλείαν. Δεν έδωσες το ψωμί, δεν θα λάβης την αίωνίαν ζωήν.
5. Αλλά λέγεις πτωχόν τον εαυτόν σου· και εγώ συμ­φωνώ. Διότι πτωχός είναι αυτός που στερείται από πολλά. Και σας η αχόρταγος επιθυμία σας κάμνει να στερήσθε από πολλά. Εις τα δέκα τάλαντα φροντίζεις να πρόσθεσης άλλα δέκα· όταν γίνουν είκοσι, επιζητείς άλλα τόσα και με το να προστίθεται πάντοτε δεν σου στάματα την ορμήν, αλλά ανάβει την όρεξιν. Διότι όπως εις τους μέθυσους η προσθήκη τού οίνου γίνεται αφορμή τού να μεθούν, έτσι και οι νεό­πλουτοι, αφού αποκτήσουν πολλά, επιθυμούν περισσότερα, τρέφοντες την ασθένειαν με αυτό που πάντοτε προστίθεται και καταντά η φροντίδα τους εις το αντίθετον. Διότι δεν τους ευφραίνουν τα παρόντα αν και είναι τόσα πολλά, όσον τους λυπούν τα ελλείποντα, όσα βέβαια αυτοί υποθέτουν ότι τους λείπουν, ώστε πάντοτε η ψυχή των να λυώνη από τας φροντίδας, εφόσον επιδιώκουν   περισσότερα. Ενώ αυτοί πρέπει να ευφραίνωνται και να είναι ευχαριστημένοι, επει­δή είναι τόσον πολύ εύποροι, αυτοί όμως δυσφορούν και θλίβονται, διότι είναι κατώτεροι από ένα ή δύο υπερπλουσίους. Όταν φθάσουν αυτόν τον πλούσιον, αμέσως αγωνίζον­ται να εξισωθούν με τον πλουσιώτερον. Και όταν και αυτόν τον φθάσουν, τότε μεταφέρουν την φροντίδα εις τον άλλον. Όπως αυτοί που αναβαίνουν την σκάλαν πάντοτε σηκώνοντες το βήμα των εις το παραπάνω σκαλοπάτι, δεν σταματούν προτού φθάσουν εις το τελευταίον, έτσι και αυτοί δεν παύουν την ορμήν της κυριαρχίας ως την στιγμήν που εξυψωθέντες θα καταστραφούν από υψηλόν πέσιμον. Ο κτίστης των όλων έκαμε να είναι αχόρταγον το ακριδοφάγον πτηνόν δια το καλόν των ανθρώπων, εσύ όμως κατέστησες ακόρεστον την ψυχήν σου προς ζημίαν των πολλών. Όσα βλέπει το μάτι, τόσα επιθυμεί ο πλεονέκτης. Το μάτι δεν θα χορτάση από το να βλέπη18 και ο φιλάργυρος δεν θα κορεσθή από το να λαμβάνη. Ο άδης δεν είπεν αρκεί ούτε ο πλεονέκτης είπε ποτέ αρκεί19. Πότε θα χρησιμοποίησης τα παρόντα; Πότε θα τα απολαύσης, όταν πάντοτε δια­κατέχεσαι από τους κόπους της αποκτήσεως; Αλλοίμονον εις σας οι οποίοι ενώνετε οικίαν με οικίαν και παραβιάζετε τα όρια των αγρών δια να αφαιρέσετε κάτι από τον πλησίον20Εσύ δε τι κάμνεις; Δεν επικαλείσαι άπειρους δικαιολογίας, δια να πάρης κάτι από τον πλησίον; Με επισκιάζει, λέγει, το σπίτι του γείτονος, προκαλεί θορύβους, ή φιλοξενεί τους ζητιάνους ή προφασίζεται ο,τι και αν τύχη, τους στενοχωρεί παντού, διαρκώς τους τραβά και τους σπαράσσει και δεν ησυχάζει προτού τους εξαναγκάση να αλλάξουν κατοικίαν. Τι ήταν εκείνο που εφόνευσε τον Ιεζραηλίτην Ναβουθάν; Δεν υπήρξεν η επιθυμία τού Αχαάβ δια το αμπέλι του21; 
Ο πλεονέκτης είναι κακός γείτων εις την πόλιν, κακός και εις την εξοχήν. Η θάλασσα γνωρίζει τα σύνορα της και η νύ­κτα δεν παραβιάζει την πάλαιαν οροθεσίαν. Ο πλεονέκτης όμως δεν σέβεται τον χρόνον, δεν γνωρίζει σύνορα, δεν ανέ­χεται την σειράν της διαδοχής, αλλά μιμείται την ορμητικό­τητα της φωτιάς. Όλα τα αρπάζει, εις όλα εξαπλώνεται. Και όπως τα ποτάμια, αφού αφωρμίσθησαν από μικράν αρχήν πρώτα, έπειτα ολίγον κατ ολίγον με τας προσθήκας αφού αυξηθούν αφόρητα, με την ορμητικότητα της φοράς παρασύρουν τα εμπόδια, έτσι και αυτοί που απέκτησαν μεγάλην δύναμιν με το να αποκτούν από αυτούς που έχουν ήδη αδικήσει δύναμιν να αδικούν, περισσότερον καταπιέ­ζουν τους υπολοίπους με αυτούς που προηγουμένως ηδικήθησαν και γίνεται δι’ αυτούς η περιουσία της πονηρίας αύξησις της δυνάμεως των. Διότι αυτοί οι οποίοι προηγου­μένως έχουν αδικηθή με το να προσφέρουν κατ' ανάγκην την βοήθειάν των εις αυτούς, συμπράττουν εις τας βλάβας και τας αδικίας των άλλων. Διότι ποιος γείτων, ποίος συγκά­τοικος, ποίος έμπορος δεν παρασύρεται; Τίποτε δεν αντι­στέκεται εις την δύναμιν τού πλουσίου. Όλα υποκύπτουν εις την τυραννίαν, όλα από φόβον ζαρώνουν εις την καταδυνάστευσιν, ώστε ο καθένας από αυτούς που έχουν αδικηθή έχει κάθε λόγον να μη επιχειρή να πάθη χειρότερον κακόν παρά να ζητήση ικανοποίησιν δι' όσα έπαθεν.
 Οδηγεί τα ζευγάρια των βοδιών, οργώνει, σπαίρνει, θερίζει αυτά που δεν τού ανήκουν. Εάν αντιμιλήσης, ακολουθούν τα κτυπήματα˙ εάν οδύρεσαι, σε καταγγέλλει ότι τον εξύβρισες, ότι είσαι υπό δίκην και θα πας φυλακήν. Οι συκοφάνται είναι έτοιμοι να θέσουν εις κίνδυνον την ζωήν σου. Θα είσαι ευχα­ριστημένος αφού δώσης και κάτι παραπάνω να απαλλα­γής από τας ενοχλήσεις.
6. Θα ήθελα να σε ξεκουράσω ολίγον από τα έργα της αδικίας και να δώσω ευκαιρίαν εις τας σκέψεις σου, δια να ενθυμηθής δια ποίον σκοπόν έγινεν η μελέτη των πραγμάτων αυτών. Έχεις τόσα και τόσα πλέθρα καλλιεργησίμου γης, άλλα τόσα φυτευμένα, βουνά, πεδιάδας, κοιλάδας, ποτα­μούς, λιβάδια. Τι λοιπόν θα συμβή ύστερα από όλα αυτά; Δεν σε περιμένουν τρεις πήχεις όλοι  όλοι;Δεν θα είναι αρκετόν το βάρος ολίγων πετρών δια να φυλαχθή η δυστυχής σάρκα; Δια ποίον κοπιάζεις; Δια ποίον αδικείς; Διατί με τα χέρια σου μαζεύεις ακαρπίαν; Μακάρι να μαζεύης ακαρ­πίαν και όχι ύλικόν δια το αιώνιον πυρ! Δεν θα απαλλαγής ποτέ από την μέθην αυτήν; Δεν θα υγιάνουν τα λογικά σου; Δεν θα συνέλθης; Δεν θα φέρης εμπρός εις τα μάτια σου το δικαστήριον τού Χριστού; Τι θα απολογηθής όταν θα σε έχουν περικυκλώσει οι αδικημένοι και θα σε κατηγορούν εις τον δίκαιον κριτήν; Τι Θα κάμης λοιπόν; Ποίους συνηγό­ρους θα πλήρωσης; Ποίους; μάρτυρας θα προσκόμισης; Πως θα ξεγελάσης τον δικαστήν που δεν εξαπατάται; Δεν παρ­ίσταται δικηγόρος εκεί, δεν υπάρχει επιχειρηματολογία που να ημπορή να υποκλέψη την αλήθειαν από τον δικαστήν. Δεν συνοδεύουν οι κόλακες, ούτε τα χρήματα, ούτε το μέγε­θος του αξιώματος. Μόνος χωρίς φίλους, χωρίς βοηθούς, χωρίς συνήγορον, αναπολόγητος, εντροπιασμένος θα οδηγηθής, σκυθρωπός, κατηφής, ολομόναχος, δειλόςΔιότι ό­που και αν περιφέρης το βλέμμα σου θα ιδής καθαράς τας εικόνας των κακών έργων από την μίαν τα δάκρυα του ορφανού, από την άλλην τους στεναγμούς της χήρας, άπ' αλλού τους γρονθοκοπημένους από σε πτωχούς, τους υπηρέτας που κατεξέσχισες τας σάρκας, τους γείτονας που εξώργιζες. Όλα θα ξεσηκωθούν εναντίον σου. Ο πονηρός χο­ρός των κακών σου πράξεων θα σε περιστοιχίση. Διότι ό­πως η σκιά το σώμα έτσι και αι αμαρτίαι συνοδεύουν την ψυχήν και εξεικονίζουν ολοκάθαρα τας πράξεις. Δια τούτο εκεί δεν χωρεί άρνησις, αλλά βουβαίνεται το στόμα και μάλιστα το αδιάντροπον. Διότι τα ίδια τα πράγματα του καθε­νός, χωρίς να εκβάλλουν φωνήν, αλλά εμφανιζόμενα όποια α­κριβώς από ημάς έχουν διαπραχθή, καταθέτουν ως μάρτυρες.
Πως να ημπορέσω να φέρω τα φρικτά κάτω από τα μάτια σου; Εάν βέβαια ακούσης, εάν βέβαια μετανοιώσης, να ενθυμηθής την ημέραν εκείνην κατά την οποίαν η οργή τού Θεού φανερώνεται από τον ουρανόν22. Να ενθυμηθής την ένδοξον παρουσίαν τού Χριστού, οπότε θα αναστηθούν εκεί­νοι μεν που έκαμαν το καλόν δια ζωήν, εκείνοι δε που έκα­μαν το κακόν δια καταδίκην23. Τότε αιώνιος εντροπή εις τους αμαρτωλούς και φωτιά που μέλλει να καταφάγη αυτούς που αντιτίθενται εις τον Θεόν 24. Εκείνα να σε λυπούν και να μη σε λυπή η εντολή. Πως να σε κάμω να λυγίσης; Τι να ειπώ; Δεν επιθυμείς την βασιλείαν; Δεν φοβείσαι την κόλασιν; Από που να ευρεθή θεραπεία δια την ψυχήν σου; Διότι εάν τα φρικτά δεν σε πτοούν, τα φαιδρά δεν σε προτρέ­πουν, ομιλώ εις λιθίνην καρδίαν.
7. Κύτταξε προσεκτικά, άνθρωπε, την φύσιν του πλού­του. Διατί τόσον πολύ έχεις συγκλονισθή από τον χρυσόν; Πέτρα είναι ο χρυσός, πέτρα ο άργυρος, πέτρα ο μαργα­ρίτης, πέτρα η κάθε μία από τας πέτρας. Χρυσόπετρα, και βηρύλλιον 25 και αχάτης 26 και υάκινθος 27 και αμέθυστος 28 και ίασπις 29. Αυτά λοιπόν είναι τα άνθη τού πλούτου. Άπ’ αυτάς εσύ άλλας μεν αποθηκεύεις με το να τας παραχώνης, άλλας, τας διαυγείς από τας πέτρας, με σκότος τας καλύπτεις, άλλας δε, τας πιο πολύτιμους από αύτάς, τας περιφέρεις καμαρώνων δια την λάμψιν των. Πες μου, ποίον το όφελός σου να περιστρέφης το χέρι που λαμποκοπά από πέτρας; Δεν κοκκινίζεις να επιθυμής τα πετράδια, όπως αι γυναίκες όταν εγκυμονούν; Διότι και εκείναι ορέγονται τα πετράδια και εσύ επιζητείς με λαιμαργίαν τα άνθη των πολυτίμων λίθων με το να αναζητής σαρδόνυχας 30, ιάσπιδας και αμεθύστους. Ποίος καλλωπιστής ημπόρεσε να προσθέση μίαν ημέραν εις την ζωήν; Ποίον ελυπήθη ο θάνατος δια τα πλούτη του; Ποιος εγλύτωσεν από την αρρώστιαν εξ αίτιας των χρημάτων του;
Ως πότε ο χρυσός θα είναι η αγχόνη των ψυχών, το αγκίστρι τού θανάτου, το δόλωμα της αμαρτίας; Ως πότε ο πλούτος θα είναι η αιτία του πολέμου, δια τον οποίον κατασκευάζονται όπλα, και ακονίζονται τα ξίφη; Εξ αιτίας αυτού οι συγγενείς παραγκωνίζουν την συγγένειαν, οι αδελφοί με φονικήν διάθεσιν υποβλέπει ο ένας τον άλλον. Εξ αιτίας τού πλούτου αι ερημίαι φιλοξενούν τους φονιάδες, η θάλασσα τους πειρατάς, αι πόλεις τους συκο­φάντας. Ποίος είναι ο πατέρας τού ψεύδους; ποίος ο δημιουρ­γός της πλαστογραφίας; Ποίος εγέννησε την ψευδορκίαν; Δεν είναι ο πλούτος; Δεν είναι η μέριμνα δι' αυτόν;
Τι κά­μνετε, ω άνθρωποι; Ποιος δια σας έχει στρέψει εναντίον σας τα ιδικά σας πράγματα; Είναι μέσον δια την ζωήν τα χρή­ματα. Μήπως δηλαδή τα χρήματα έχουν δοθή ως εφόδια κα­κών; Είναι λύτρον της ψυχής. Μήπως είναι αιτία καταστρο­φής; Άλλ' ο πλούτος είναι αναγκαίος δια τα παιδιά. Αυτή είναι μία εύλογος δικαιολογία πλεονεξίας. Διότι επικαλείσθε τα τέκνα, δίδετε όμως πληροφορίαν των διαθέσεων της καρδίας σας. Μη κατηγορής τον αναίτιον έχει τον κύριον του, έχει τον οικονόμον του, από άλλον έλαβε την ζωήν, από τον ίδιον περιμένει και τα απαραίτητα δια την ζωήν. Μή­πως τα Ευαγγέλια δεν έχουν γραφή δια τους έγγαμους;
Εάν θέλης να γίνης τέλειος, να πωλήσης τα υπάρχοντά σου και να τα μοιράσης εις τους πτωχούς 31; Όταν εζητούσες από τον Κύριον την καλλιτεκνίαν32όταν αξίωνες να γίνης πατέρας παιδιών, επρόσθεσες άραγε το εξής· δώσε μου παι­διά, δια να παραβιάσω τας εντολάς σου; Δώσε μου παι­διά, δια να μη φθάσω εις την βασιλείαν των ουρανών; Ποίος όμως θα σου εγγυηθή δια την διάθεσιν τού παιδιού, ότι θα χρησιμοποιήση όπως πρέπει τα δοθέντα; Διότι ο πλούτος εις πολλούς έγινε μέσον της ακολασίας. Ή δεν ακούεις τον Εκκλησιαστήν που λέγει είδα θλιβερόν κακόν, να φυλάσσεται δηλαδή πλούτος από τον κάτοχόν του προς ιδίαν βλάβην33. Και ξανά ότι θα εγκαταλείψω εγώ αυτόν εις τον άνθρωπον, ο οποίος θα με ακολουθήση. Και ποίος γνωρίζει εάν θα είναι σοφός ή άφρων; 34. Πρόσεχε τώρα λοιπόν μη τυχόν, με το να συγκεντρώσης πλούτον ύστερα από πολλούς κόπους, προετοιμάσης δια άλλους υλικόν αμαρτημάτων και έπειτα τιμωρηθής διπλασίως, και δι' αυτά που ο ίδιος αδίκησες και δι' αυτά που εφωδίασες άλλον. Μήπως δεν σου είναι η ψυχή οικειοτέρα από όλα τα, παιδιά; Μήπως δεν συγγενεύεις με αυτήν περισσότερον από όλα; Εις αυτήν πρώτον να αποδώσης τα πρεσβεία της κληρονομιάς, να της προσφέρης πλούσια τα απαραίτητα της ζωής και τότε θα δωρήσης εις τα τέκνα την περιουσίαν. Διότι τα μεν παιδιά που δεν εκληρονόμησαν από τους γονείς, πολλάς φοράς έκαμαν δια τους εαυτούς των σπίτια, η δε ψυχή που έχει εγκαταλειφθή από σε, από ποίον θα ελεηθή;
8. Δια τους πατέρας έχουν λεχθή αυτά που ελέχθησαν. Οι άτεκνοι ποίαν εύλογον δικαιολογίαν της τσιγγουνιάς των επικαλούνται; Δεν πωλώ την πραμάτειαν μου ούτε την μοιράζω εις τους πτωχούς λόγω των αναγκών της ζωής. Λοιπόν δεν είναι διδάσκαλος σου ο Κύριος, ουτε το Ευαγγέλιον κανονίζει την ζωήν σου, αλλά συ ο ίδιος νομοθετείς δια τον εαυτόν σου. Κύττα όμως εις ποίον κίνδυνον ρίχνεσαι όταν έτσι σκέπτεσαι. Διότι εάν ο Κύριος τα διέταξεν εις ημάς ως αναγκαία και εσύ τα διαγράφης ως ανεφάρμοστα, δεν κά­μνεις τίποτε άλλο από το να είσαι φρονιμώτερος από τον νομοθέτην. Άλλ' αφού τα απολαύσω εις ολόκληροη την ζωήν μου μετά τον θάνατον θα κάμω κληρονόμους της περι­ουσίας μου τους πτωχούς, αφού τους καταστήσω κατόχους των ιδικών μου δια γραμμάτων και διαθηκών. Όταν πια δεν θα ευρίσκεσαι ανάμεσα εις τους ανθρώπους, τότε θα γίνης φιλάνθρωπος. Όταν θα σε αντικρύσω νεκρόν, τότε θα σε ονομάσω φιλάδελφον. Σου οφείλεται μεγάλο ευχαριστώ δια την φιλοτιμίαν σου, διότι ενώ κείσαι εις τον τάφον και έχεις διαλυθή εις το χώμα, έγινες άφθονος και μεγαλόκαρδος εις τας δαπανάς. Πες μου, δια ποίους καιρούς θα απαιτήσης τους μισθούς; Δι αυτούς που έζησες ή διαυτούς τους με­τά τον θάνατον; Αλλά τον καιρόν κατά τον οποίον εζούσες, ενώ εζούσες την ζωήν σου πολυτελώς και ο πλούτος σου εχύνετο τριγύρω σου, δεν καταδεχόσουν ούτε καν να ρίξης μίαν ματιάν εις τους πτωχούς, τώρα δε που είσαι πεθα­μένος, ποία λοιπόν είναι η ενέργεια; Ποίος μισθός διέργασίαν σου οφείλεται; Δείξε τα έργα και ζήτησε τας ανταμοιβάς. Κανένας μετά την διάλυσιν της πανηγύρεως δεν εμπορεύε­ται. Ούτε στεφανώνεται κανείς όταν έλθη μετά τους αγώνας· ούτε ανδραγαθεί κανείς μετά τον πόλεμον. Όχι λοιπόν είναι ολοφάνεροη ότι ούτε μετά την ζωήν είναι δυνατόν να ευσεβή κανείς. Αλλά δια μελάνης και γραμμάτων εξαγ­γέλλεις τας ευεργεσίας σου. Ποίος λοιπόν θα σου αναγγείλη τον καιρόν τού θανάτου; Ποίος θα σε εγγυηθή δια τον τρό­πον τού θανάτου; Πόσοι δεν έχουν αρπαγή κατά τρόπον αιφνίδιοη, χωρίς να τους επιτρέψη το πάθημα να αφήσουν καν φωνήν; Πόσους ο πυρετός δεν ετρέλλανε; Διατί λοιπόν περιμένεις καιρόν που πολλάς φοράς δεν θα είσαι κύριος των λογικών σου; Νύκτα βαθειά, και ασθένεια βαρεία και βοηθός δεν υπάρχει πουθενά. Και αυτός που παραμονεύει την κληρονομίαν είναι έτοιμος, τα πάντα διοικών προς το συμφέρον του και σου καθιστά άχρηστα τα σχέδια. Έπειτα αφού κυττάξης γύρω εδώ και εκεί και ιδής την ερημίαν που σε περιζώνει, τότε θα αισθανθής την παραφροσύνην, τότε θα αναστενάξης δια την μωρίαν, δια ποίον καιρόν εφύλασσες την εντολήν, οπόταν η μεν γλώσσα παραλύη, το δε χέρι τρέμον ήδη συγ­κλονίζεται από τας νευρικάς συσπάσεις, ώστε ούτε με την φωνήν ούτε με τα γράμματα να καταστή γνωστή η απόφασις. Και όμως, αν και όλα είχαν γραφή φανερά και κάθε λέξις είχε διακηρυχθή απερίφραστος, ένα γράμμα εάν παρεμβληθή είναι αρκετόν να αλλοιώση ολόκληρον την απόφασιν. Μία σφραγίδα εάν παραποιηθή, δύο ή τρεις ψευδομάρτυρες αν υπάρξουν, ολόκληρος η κληρονομιά εις άλλους μεταφέρεται.
9. Διατί λοιπόν ξεγελάς τον εαυτόν σου με το να δια­θέτης κακώς τώρα τον πλούτον εις απόλαυσιν της σαρκός, και με το να υπόσχεσαι εις το μέλλον αυτά δια τα οποία δεν θα είσαι πλέον κύριος; Όπως το απέδειξεν ο λόγος, η σκέψις είναι πονηρά. Ενόσω ζω θα απολαύσω τας ηδονάς, όταν δε πεθάνω θα πράξω τα όσα έχουν διαταχθή. Θα ειπή και εις σε ο Αβραάμ· απέλαυσες τα αγαθά σου εις την ζωήν σου 35Η στενή και τεθλιμμένη οδός δεν σε χωρά, εάν δεν αποβάλλης το βάρος του πλούτου. Έφυγες από την ζωήν βαστάζων αυτόν. Διότι δεν τον απέβαλες, όπως διε­τάχθης, όταν εζούσες. Επάνω από την εντολήν έθετες τον εαυτόν σου. Μετά τον θάνατον και την διάλυσιν, τότε επροτίμησες την εντολήν από τους εχθρούς. Δια να μη λάβη δηλαδή ο τάδε, ας τα πάρη, λέγει, ο Κύριος. Και πως να το ονομάσωμεν αυτό; Άμυναν προς τους εχθρούς ή αγάπην προς τον πλησίον; Ανάγνωσε τας διαθήκας σου.
Ήθελα βέβαια ακόμη να ζω και να απολαμβάνω τα ιδικά μου. Η χάρις ανήκει εις τον θάνατον, όχι εις σε. Διότι εάν ήσουν αθά­νατος ούτε καν θα ενεθυμόσουν τας εντολάς. Μη πλανάσθε, ο Θεός δεν εμπαίζεται 36Το νεκρόν δεν προσφέρεται εις θυσίαν. Να προσφέρης ζωντανήν την θυσίαν. Αυτός που από το περίσσευμα προσφέρει δεν γίνεται δεκτόςΕσύ δε αυτά που σου επερίσσευσαν μετά από ολόκληρον την ζωήν, αυ­τά προσφέρεις εις τον ευεργέτην. Εάν δεν τολμάς με τα πε­ρισσεύματα από το τραπέζι να δεξιωθής τους επισήμους, πως λοιπόν τολμάς να εξιλέωσης τον Θεόν με τα περισσεύματα; Οι πλούσιοι ιδέστε το τέλος της φιλοχρηματίας και σταματήσατε να είσθε παθιασμένοι με τα χρήματα.
 Όσον περισσότερον αγαπάς τον πλούτον, τόσον περισσότερον τίποτε δεν χάνεις από αυτά που κατέχεις. Κάμε τα όλα ιδικά σου, κουβάλησε τα όλα, να μη εγκατάλειψης εις άλλους τον πλούτον. Ίσως δε ούτε θα σε στολίσουν οι υπηρέται με τον τελευταίον διάκοσμον, αλλά θα εξαγνίσουν την ταφήν με το να προχωρήσουν λοιπόν σύμφωνα προς την εύνοιαν εις τους κληρονόμους. Και ακόμη ίσως τότε καταφερθούν εναντίον σου με φιλοσοφήματα. Είναι άτοπον, λέγει, να καλλωπίζης νεκρόν και με πολυτέλειαν να κάμης την εκφοράν αυτού, που δεν αισθάνεται πλέον. Τι λοιπόν, δεν είναι καλύτερον να στολίζης αυτούς που επιζούν με την πολυτελή και λαμπράν στολήν από το να κατασαπίζουν μαζί με τον νεκρόν τα πολύτιμα ενδύματα; Ποίον το όφελος από επίσημον μνήμα, από πολυτελή ταφήν και από δαπάνην χωρίς κέρδος; Πρέπει να χρησιμοποιηθούν από τους επιζώντας δια τας ανάγκας της ζωής. Τέτοια θα ειπούν και σε προστα­τεύοντες από το βάρος και χαριζόμενοι εις αυτούς που εκληρονόμησαν τα ιδικά σου. Εκ των προτέρων λοιπόν να ετοιμάσης τα εντάφια εφόδια. Η ευσέβεια είναι καλόν εντάφιον. Αφού ενδυθής όλα, φύγε από την ζωήν.
Κόσμημά σου κάμε τον πλούτον σου. Έχε τον μαζί σου. Να υπακούσης εις τον καλόν σύμβουλον, τον Χριστόν που σε ηγάπησε, που επτώχευσε προς χάριν μας, δια να πλουτήσωμεν ημείς με την πτωχείαν του37. Εις αυτόν που έδωκε τον εαυτόν του δια να μας λυτρώση 38. Ή να τον πιστεύσωμεν ως σοφόν που απο­βλέπει εις το συμφέρον μας ή να τον υπομείνωμεν, διότι μας αγαπά  ή να τον ανταμείψωμεν ως ευεργέτην. Εξάπαντος δε να κάμωμεν τα όσα μας έχουν διαταχθή, δια να γίνωμεν κληρονόμοι της αιωνίου ζωής που εις τον ίδιον τον Χριστόν υπάρχει, εις τον οποίον πρέπει η δόξα και η δύναμις εις τους αιώνας των αιώνων.
Αμήν


1. Ματθ. 19,16. Πρόκειται περί τού πλουσίου νέου, ο οποίος είχε σπεύσει εις την Ιεριχώ προς τον Κύριον και τον ηρώτησε τι πρέπει να κάμη, δια να κληρονομήση την αιώνιον ζωήν.
2. Λουκ. 10,25 εξ.
3. Ματθ. 19,22.
4. Ματθ. 19,2326.
5. Ματθ. 19,16.
6. Ματθ. 19,16.
7. Ματθ. 19,16.
8. Ματθ. 19,21.
9. Ματθ. 19,1820.
10. Ματθ. 19,19.
11. Έσωτερικόν ένδυμα που εφορούσαν την αρχαίαν εποχήν.
12. Ψαλμ. 111,9.
13. Ματθ. 6,21.
14. Λουκ. 18,25.
15. Ανθοβαφεύς: Ο βαφεύς ωραίων ζωηρών χρωμάτων.
16. Θαλασσινή πορφύρα• έτσι αποδίδομεν την λέξιν κόχλος, που σημαίνει θαλασσινόν σαλιγκάρι, από το οποίον εξήγετο η πορφύρα.
17. Πίννα• όστρεον με δύο επιμήκη έλυτρα και μεταξώδη πώγωνα. βλ. και ΕΠΕ, Μ. Βασιλείου έργα, τόμ. 4ος , Ζ' 30, σ. 290-291
18. Εκκλησ. 1,8.
19. Παροιμ. 27,20• 30,16.
20. Ης. 5,8.
21. Γ Βασιλ. 20 κεφ.
22. Ρωμ. 1,18.
23. Ιωάν. 5,29.
24. Εβρ. 10,27.
25. Βηρύλλιον• μικρός βήρυλλος = σκληρόν και ελαφρόν μέταλλον.
26. Αχάτης• είδος πολυτίμου λίθου, χρησίμου δια την κατασκευήν διαφόρων κοσμημάτων (δακτυλιδιών, καρφίδων, μενταγιόν κ.λ.π.), ταμπακερών, ποτηρίων, τεφροδοχείων και άλλων λειαντικών οργάνων.
27. Υάκινθος• γένος φυτών της οικογενείας των λειροειδών, περι¬λαμβάνον περί τα 30 είδη φυτών βολβορρίζων, κοσμητικών.
28. Αμέθυστος• πολύτιμος λίθος• χρήσιμος δια την κατασκευήν κο¬σμητικών λίθων και καλλιτεχνικών αντικειμένων. Εις παλαιοτέρας εποχάς εχρησιμοποιείτο και ως φυλακτόν κατά της μέθης, εξ ου και το όνομα αυτού.
29. Ίασπις• είδος πολυτίμου λίθου.
30. Σαρδόνυξ• ημιπολύτιμος λίθος, παραλλαγή τού αχάτου.
31. Ματθ. 19,21.
32. Προϋποθέτει την ευχήν τού γάμου.
33. Εκκλησ. 5,13.
34. Εκκλησ. 2,1819.
35. Λουκ. 16,25.
36. Γαλάτ. 6,7.
37. Β' Κορ. 8,9.
38. Α' Τιμ. 2,6.

Ηλεκτρονική επεξεργασία κειμένου
Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον www.egolpion.com
[19/11/2010]
http://www.egolpion.com/eis_ploutountas.el.aspx#ixzz3QIzDvVtt

Ἡ παιδεία τῶν τριῶν Ἱεραρχῶν τῆς ἑλληνικῆς καὶ τῆς ὀρθόδοξης κληρονομιᾶς, εἶναι ἡ παιδεία ποὺ χρειάζεται ἡ Εὐρώπη σήμερα, γιὰ νὰ ξαναβρεῖ τὰ ὑπαρκτικὰ καὶ πνευματικὰ θεμέλιά της


Τοῦ Πρωτοπρεσβυτέρου Γεωργίου Δ. Μεταλληνοῦ, 
Ὁμοτίμου καθηγητοῦ Θεολογικῆς Σχολῆς Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν
1. Ἡ ἀποκτηθεῖσα ἐμπειρία ἀπὸ τὴν προενταξιακὴ διαδικασία (ἀπὸ τὸ 1958) καὶ τὴν μετέπειτα ἔνταξή μας στὴν Ἑνωμένη Εὐρώπη, ὁδήγησε σὲ κάποιες ἀξιωματικὲς ἀρχές, ὡς σταθερές τῆς πορείας μας μέσα σ' αὐτήν. 
Ἡ πρώτη ἀρχὴ εἶναι, ὅτι τὸ πρόβλημα δὲν εἶναι ἡ Εὐρώπη, ὅπως δὲν ὑπῆρξε ποτὲ πρόβλημα κάθε ἀναγκαστικὸς ἀναπροσανατολισμὸς τῆς ἐθνικῆς μας πολιτικῆς σ' ὅλη τὴν ἱστορική μας διάρκεια. Τὸ πρόβλημα εἴμαστε ἐμεῖς, ἡ δική μας.
..

δηλαδὴ παρουσία μέσα στὴν Εὐρώπη. Ἡ δεύτερη ἀρχὴ εἶναι, ὅτι τὸ πρόβλημα τῆς Εὐρώπης δὲν εἶναι πρώτιστα πολιτικὸ ἢ οἰκονομικό, ἀλλὰ πνευματικὸ καὶ πολιτιστικό. Διότι τὸ ἀμείλικτο ἐρώτημα εἶναι, ποιὸν ἄνθρωπο καὶ ποιὰ κοινωνία μπορεῖ νὰ παραγάγει ἡ Ἑνωμένη Εὐρώπη, καὶ τελικὰ ποιὸν πολιτισμό.
Εἶναι πράγματι γεγονός, ὅτι μέσα στὴν νέα μεγάλη μας Πατρίδα κρίνεται ἡ ταυτότητά μας, ἀλλὰ καὶ ἡ ἱστορική μας συνέχεια καὶ συνεπῶς ἡ ἱστορικὴ (μὲ ὅ,τι σημαίνει αὐτὸ) ἐπιβίωσή μας. Ἡ ἀποτίμηση ὅμως τῆς Εὐρώπης, ὡς μητέρας τοῦ Δυτικοῦ Κόσμου, εἶναι θέμα προοπτικῆς. Ὑπάρχουν δύο προοπτικές: ἡ ἑλληνορθόδοξη καὶ ἡ οὐνιτίζουσα τῶν εὐρωπαϊστῶν μας. Οἱ πρῶτοι διαπιστώνουν στὸν πολιτισμὸ διαφοροποιήσεις καὶ ἀποστασιοποίηση. Οἱ δεύτεροι, συμπτώσεις καὶ ταύτιση. Τὸ tertium comparationis, τὸ σημεῖο ἀναφορᾶς, εἶναι ὁ πολιτισμός. Καὶ εἶναι γνωστό, ὅτι καρδιὰ τοῦ πολιτισμοῦ εἶναι ἡ παιδεία, ὡς καλλιέργεια καὶ διάπλαση τοῦ ὅλου ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος στὴν συλλογικὴ πραγμάτωσή του παράγει τὸν πολιτισμό, ὡς ὀργάνωση καὶ διευθέτηση τοῦ κοινωνικοῦ χώρου, σύμφωνα μὲ τὸ περιεχόμενο τῆς ψυχῆς του. Διότι, ὅπως εἶπε ὁ γνωστὸς ἱστορικὸς τῶν πολιτισμῶν καὶ διακεκριμένος διπλωμάτης Arnold Toynbee «ψυχὴ τοῦ πολιτισμοῦ εἶναι ὁ πολιτισμὸς τῆς ψυχῆς»! Ἀκριβῶς τὸ περιεχόμενο τῆς ψυχῆς διαμορφώνεται μὲ τὴν Παιδεία, τὴν ὅλη ἀγωγὴ δηλαδὴ τοῦ ἀνθρώπου.
2. Ἡ Εὐρώπη, τῆς προκαρλομάγνειας περιόδου, ξεκίνησε μὲ τρία βασικὰ θεμέλια: τὸν Ρωμαϊκὸ Κρατικὸ φορέα, ποὺ βαθμιαία ἐκχριστιανίσθηκε (ὅσο μπορεῖ νὰ ἐκχριστιανισθεῖ τὸ Κράτος). τὸν ἑλληνικὸ πολιτισμό, μὲ σταθερὸ φορέα του τὴν ἑλληνικὴ γλώσσα. καὶ τὸν Χριστιανισμό, ὡς ἀποστολικοπατερικὴ Ὀρθοδοξία. Οἱ παράγοντες αὐτοί, μὲ τὴν σύνθεσή τους, παρήγαγαν τὸν πολιτισμὸ τῆς Ἑνωμένης Εὐρώπης τῆς πρώτης χιλιετίας. Ἡ Εὐρώπη, στὴν ὁποία ζοῦμε καὶ κινούμεθα σήμερα, προῆλθε ἀπὸ τὴν διαλεκτικὴ διαφόρων ἰδεολογικοφιλοσοφικῶν συστημάτων, ποὺ διαμορφώθηκαν στὸν δυτικὸ μεσαίωνα: α) τοῦ σχολαστικισμοῦ, τῆς ἐκφιλοσόφησης καὶ ἐκκοσμίκευσης τοῦ Χριστιανισμοῦ καὶ τῆς μετατροπῆς του σὲ σύστημα ἐπιστημονικό. β) τοῦ νομιναλισμοῦ, ποὺ ἐκφράζεται ὡς δυαλισμὸς (φιλοσοφικὰ) καὶ ἀτομισμὸς (ὠφελιμισμὸς) κοινωνικὰ καὶ εἶναι τὸ DΝΑ τῆς εὐρωπαϊκῆς ἀτομικῆς καὶ συλλογικῆς συνείδησης. γ) τοῦ οὐμανισμοῦ τῆς Ἀναγέννησης καὶ δ) τοῦ διαφωτισμοῦ, τῆς αὐτοθεοποίησης δηλαδὴ τοῦ ἀνθρώπου μὲ ὅλες τὶς σχετικὲς συνέπειες. Ἀπὸ τὸ «credo, ut intelligam» (πιστεύω, γιὰ νὰ κατανοήσω) τοῦ ἱεροῦ Αὐγουστίνου, ἔφθασε ἡ Δυτικὴ Εὐρώπη στὸ «cogito, ergo sum» τοῦ Καρτεσίου, τὴν ἀπολυτοποίηση τῆς διάνοιας καὶ τῆς λογικῆς, ὡς ἀπόλυτου κριτηρίου τῶν ἀνθρωπίνων. Ἡ ὁλοκλήρωση τῆς διαφωτιστικῆς συγκρότησης τῆς Εὐρώπης ἐκφράσθηκε μὲ μία συμβολικὴ πράξη τοῦ Ροβεσπιέρου: Μία κοινὴ γυναίκα τοποθετήθηκε γυμνὴ στὴν «ἁγία Τράπεζα» τῆς Παναγίας τῶν Παρισίων καὶ λατρεύθηκε ὡς Θεὰ Λογικὴ (Raison).

Ἡ ἑλληνορθόδοξη Ἀνατολὴ καὶ ὡς ἕνα σημεῖο ὅλη ἡ ἀρχαία Ἑνωμένη Εὐρώπη, μὲ ἐντελῶς διαφορετικὲς παιδευτικὲς προϋποθέσεις, ἔφθασαν σὲ ἕναν πολιτισμό, ποὺ βιώνεται ὡς σήμερα στοὺς ὑπαρκτικοὺς θύλακες τῆς παράδοσής μας, κυρίως στὰ μοναστήρια.

3. Θεμελιακὰ συστατικά του ἑνιαίου αὐτοῦ εὐρωπαϊκοῦ πολιτισμοῦ εἶναι:
α) Ἡ ἰσορροπία τῶν σχέσεων μὲ τὸν Θεό, τὸν συνάνθρωπο καὶ τὸν ἑαυτό μας, σὲ ἕνα τρισορθογώνιο σύστημα βιωματικῆς ἀναφορᾶς, ποὺ συνιστᾶ τὴν ἀκεραιότητα καὶ ἑνότητα τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου, ὅπως φαίνεται στὴν περίπτωση τοῦ «Ἁγίου», ποὺ εἶναι τὸ βιοκοινωνικὸ πρότυπο τῆς ὀρθοδοξίας. Οἱ λειτουργικὲς φράσεις «ἄνω σχῶμεν τὰς καρδίας», «ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους καὶ πάσαν τὴν ζωὴν ἠμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα», ἢ «ἀγαπήσωμεν ἀλλήλους, ἴνα ἐν ὁμονοία ὁμολογήσωμεν. Πατέρα, Υἱὸν καὶ Ἅγιον Πνεῦμα...», εἶναι οἱ συντεταγμένες αὐτῆς τῆς συνείδησης, ποὺ ὁδηγεῖ σὲ ἀνάλογο ἦθος.
β) Ἡ ὑπέρβαση τῆς θρησκείας καὶ τῆς θρησκειοποίησης τῆς πίστεως, ὡς τρόπου ὑπάρξεως καὶ ἀναφορᾶς ὅλου τοῦ ἀνθρώπου στὸν Θεὸ μὲ συνεχῆ ζήτηση τῆς Χάρης Του. Ὄχι φυσικὰ μὲ τὴν θρησκευτικὴ ἔννοια τῆς δοσοληψίας, (do ut des), ἀλλὰ ὡς βίωση καὶ ἔκφραση τῆς συνειδήσεως, ὅτι «ἐν αὐτῶ ζῶμεν καὶ κινούμεθα καὶ ἐσμὲν» (Πράξ. 17, 28) καὶ ὅτι «χωρὶς Αὐτοῦ οὐ δυνάμεθα ποιεῖν οὐδὲν» (Ἰω. 15, 5).

γ) Ἡ προτεραιότητα τῆς καρδιᾶς, ὄχι μόνο ὡς πηγῆς τῶν συναισθημάτων, ἀλλὰ ὡς κέντρου τῆς ὑπάρξεως, στὸ ὁποῖο συντελεῖται ἡ κοινωνία μὲ τὴν θεϊκὴ Χάρη, ποὺ παράγει τὸ Χριστοειδὲς ἦθος. Ἡ κάθαρση τῆς καρδιᾶς ἀπὸ τὰ πάθη δὲν εἶναι μόνο ἡ ἀφετηρία τοῦ ἀγώνα γιὰ τὴν θέωση, τὸν ἀπόλυτο σκοπὸ τῆς ὕπαρξης, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν δυνατότητα σχέσης ἀνιδιοτέλειας μὲ τοὺς συνανθρώπους. Στὸ πανηγύρι ἢ τὸ γλέντι του ὁ Ἕλληνας εὔχεται: «καλὴ καρδιά», ποὺ παραπέμπει στὸν ἀναστάσιμο ὕμνο «ἐν καθαρὰ καρδία Σὲ δοξάζειν». Χωρὶς «καθαρὴ»-«καλὴ»-φιλόθεη δηλαδὴ καὶ φιλάνθρωπη καρδία, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συγκροτηθεῖ αὐθεντικὴ διανθρώπινη κοινωνία. Τὸ πνεῦμα τῆς ἀνιδιοτέλειας ἐκφράζει ἡ μοναδικὴ στὸν κόσμο ἑλληνικὴ παροιμία: «κάμε τὸ καλὸ καὶ ρίξ' το στὸν γυαλό», ποὺ δὲν εἶναι παρὰ νεώτερη ἀπόδοση τοῦ εὐαγγελικοῦ λόγου: «μακάριον ἐστίν διδόναι μᾶλλον ἢ λαμβάνειν» (Πράξ. 20, 25). Αὐτὴ εἶναι ἡ πνευματικὴ μήτρα, ποὺ γεννᾶ στοὺς αἰῶνες τὸ ἑλληνορθόδοξο ὁλοκαύτωμα, ὡς ἑκούσια αὐτοθυσία γιὰ τοὺς ἄλλους. Θερμοπύλες, Ἀλαμάνα, Μανιάκι, Κούγκι, Ζάλογγο, Ἀρκάδι εἶναι ὁριακὲς στιγμὲς τοῦ ἑλληνικοῦ ὁλοκαυτώματος. Αὐθεντικὸς ἄνθρωπος στὴν κοινὴ εὐρωπαϊκὴ παράδοση εἶναι ὁ Ἅγιος, ὁ ἐν Χριστῷ ἀναγεννημένος ἄνθρωπος, τὸ ἀρχετυπικὸ πρότυπο τῆς ἀρχαίας Ἑνωμένης Εὐρώπης. Εἶναι ὁ ἄνθρωπος, ποὺ ζεῖ χαρισματικὰ τὸν λόγο τοῦ Χριστοῦ πρὸ τοῦ πάθους Του: «μείζονα ταύτης ἀγάπην οὐδεὶς ἔχει, ἴνα τὶς θῆ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ὑπὲρ τῶν φίλων αὐτοῦ» (Ἰωάν. 15, 13).

4.Αὐτὸ τὸ φρόνημα καλλιεργοῦσαν οἱ Ἅγιοι τῆς προσχισματικῆς Εὐρώπης καὶ αὐτὸς ἦταν ὁ καρπὸς τῆς παιδείας καὶ ἀγωγῆς, ποὺ προσφερόταν ἀπὸ τοὺς ἁγίους τῆς Ἀνατολῆς καὶ Δύσεως, μὲ πρωτοπόρους τούς τιμώμενους σήμερα Τρεῖς Ἱεράρχες. Ἡ ἐπιλογὴ καὶ κοινὴ ἑορταστικὴ τιμὴ τους τὴν 30η Ἰανουαρίου ἀπὸ τὸν 11ο αἰώνα, συνιστᾶ ἀναγνώρισή τους ὡς αὐθεντικῶν μαρτύρων τῆς σώζουσας πίστης καὶ προβολέων τῆς γνήσιας ἑλληνοχριστιανικῆς ἀγωγῆς, ἀλλὰ προπάντων τῆς παιδείας τῆς παράδοσής μας. Τὸ ἴδιο νόημα εἶχε καὶ ἡ συνέχιση τῆς σημερινῆς Ἑορτῆς στὰ Ἀνώτατα Πνευματικά μας Ἱδρύματα, ἤδη ἀπὸ τὸ 1826 στὸ πρῶτο ἑλληνικὸ Πανεπιστήμιο, τὴν περίλαμπρη «Ἰόνιο Ἀκαδημία» (Κέρκυρα) καὶ ἀπὸ τὸ 1842 στὸ Πανεπιστήμιο τῶν Ἀθηνῶν. Ὁ λόγος καὶ ἡ πράξη τῶν τριῶν Ἱεραρχῶν εἶναι τὸ παιδευτικὸ καὶ παιδαγωγικὸ Ἐγκόλπιο, ὄχι μόνο τοῦ Ἔθνους μας, ἀλλὰ καὶ συνόλης τῆς Ὀρθοδοξίας, ποὺ τιμᾶ ἐξ ἴσου μὲ μᾶς σήμερα τοὺς Μεγάλους αὐτοὺς Πατέρες καὶ Διδασκάλους.

5. Τὸ πρόβλημα τῆς παιδείας ἐπικεντρώνεται στὴν νοηματοδότηση τῶν ἀνθρωπίνων καὶ τοῦ προορισμοῦ τοῦ ἀνθρώπου. Ἔτσι προβάλλεται στὸν λόγο καὶ τὴν ποιμαντικὴ διακονία τῶν τριῶν Ἱεραρχῶν, ποὺ συνοψίζονται στὰ ἀκόλουθα σημεῖα:
α) Δὲν εἶναι ἁπλὴ ἐκπαίδευση, μύηση δηλαδὴ τοῦ ἀνθρώπου σὲ μία ἀναπαραγόμενη γνώση, ποὺ τὸν καθιστὰ γρανάζι τῆς κρατικῆς μηχανῆς (ὂν παραγωγικό). Στὴν περίπτωση αὐτὴ τὸ κύριο ἐνδιαφέρον εἶναι γιὰ τὴν τελειοποίηση τῶν μηχανῶν καὶ ΟΧΙ τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ χριστιανικὴ παιδεία εἶναι ἀγωγὴ τοῦ ἀνθρώπου μὲ μορφωτικὸ πρότυπο ὄχι τὸν καλὸν καγαθὸν ἄνθρωπο, ἀλλὰ τὸν Θεάνθρωπο. Αὐτὸ εἶχε κατὰ νοῦν ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, ὅταν ἔλεγε: «Πάντα δεύτερα ἔστω τῆς προνοίας τῶν παίδων» (ΡG 62, 151). Αὐτὴ ἡ παιδεία συνδέεται ἄμεσα πρῶτα μὲ τὸν χῶρο τῆς οἰκογένειας. Οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες γνώρισαν στὰ πρόσωπα τῶν γονέων τους, καὶ μάλιστα τῶν μητέρων τους, ἀπαράμιλλα πρότυπα ἀγωγῆς. Ὁ Μέγας Βασίλειος ὁμολογεῖ, ὅτι ἡ διαμόρφωση τῆς προσωπικότητάς του δὲν ἦταν παρὰ ἐποικοδομῆ στὶς καταβολές, ποὺ ἔθεσαν ἡ μητέρα του Ἐμμέλεια καὶ ἡ γιαγιὰ του Μακρίνα: «ἢν ἐκ παιδός, γράφει, ἔλαβον ἔννοιαν περὶ Θεοῦ παρὰ τῆς μακαρίας μητρός μου καὶ τῆς μάμμης μου Μακρίνης, ταύτην αὐξηθεῖσαν ἔσχον ἐν ἐμαυτῶ» (32, 825). Στὸ σημεῖο αὐτὸ συναντῶνται οἱ Πατέρες μας μὲ τὸν τραγικὸ Εὐριπίδη: «ἂν κρηπὶς μὴ καταβληθῆ γένους ὀρθῶς, ἀνάγκη δυστυχεῖν τοὺς ἐκγόνους» (Ἡρακλῆς μαινόμενος, 1261). Ἡ διαχρονικότητα δὲ αὐτῆς τῆς νοηματοδότησης τῆς παιδείας στὴν ἑλληνικὴ παράδοσή μας φαίνεται ἀπὸ τὸν λόγο τοῦ Πατροκοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ πρὸς τοὺς γονεῖς: «Ἁμαρτάνετε πολὺ νὰ τὰ ἀφήνετε (δηλ. τὰ παιδιὰ σας) ἀγράμματα καὶ τυφλά, καὶ μὴ μόνον φροντίζετε νὰ τοὺς ἀφήνετε πλούτη καὶ ὑποστατικά, καὶ μετὰ τὸν θάνατόν σας νὰ τὰ τρῶν καὶ νὰ σᾶς πισολογοῦν (νὰ σᾶς τὰ ψέλνουν) κι ὄλας. Καλύτερα νὰ τὰ ἀφήνετε πτωχὰ καὶ γραμματισμένα, παρὰ πλούσια καὶ ἀγράμματα»!

β) Ἡ παιδεία συνδέεται ὅμως καὶ μὲ τὸ πρόσωπο τοῦ διδασκάλου. Στὸ σημεῖο αὐτὸ γίνεται ταύτιση ποιμαντικῆς καὶ παιδαγωγίας. Τὸ δυαδικὸ σχῆμα τῆς πνευματικῆς μας παράδοσης: πνευματικὸς πατέρας - πνευματικὸ τέκνο ἐκφράζεται ἐξ ἴσου καὶ μὲ τὴν δυάδα: Διδάσκαλος - Μαθητής. Ναὸς καὶ σχολεῖο στὸν πολιτισμὸ μας βρίσκονται σὲ σχέση ἀμοιβαιότητας καὶ συμπληρωματικότητας, ὡς χῶροι διαποίμανσης καὶ διαμόρφωσης τοῦ ἀνθρώπου. Τὸ βάρος πέφτει ὅμως στὸ ἦθος καὶ τὸ παράδειγμα τοῦ διδάσκοντος. «Ὁ γὰρ μὴ ποιῶν καὶ διδάσκων (πρβλ. Ματθ. 6, 19) ἀναξιόπιστος ἐστιν εἰς ὠφέλειαν», κατὰ τὸν Μ. Βασίλειο (ΡG 30, 497), ὁ ὁποῖος δὲν παραλείπει νὰ διατυπώσει τὸν σκεπτικισμό του γιὰ τοὺς διδασκάλους τῆς ἐποχῆς του: «Πολλῶν μὲν ἀκήκοα λόγων ψυχωφελῶν, πλὴν παρ' οὐδενί (!) τῶν διδασκάλων εὗρον ἀξίαν τῶν λόγων τὴν ἀρετὴν» (ΡG 32, 358).

γ) Εἶναι παιδεία θεοκεντρική. O σκοπὸς τῆς παιδευτικῆς λειτουργίας εἶναι κατὰ τoν Μ. Βασίλειο «ὁμοιωθῆναι Θεῶ κατὰ τo δυνατὸν ἀνθρώπου φύσει. Ὁμοίωσις δὲ οὐκ ἄνευ γνώσεως, ἡ δὲ γνῶσις οὐκ ἐκτὸς διδαγμάτων» (ΡG 32, 69). Σ' αὐτὸ τὸ σημεῖο ἀναδύεται ἡ προβληματική τῆς στοχοθεσίας τῶν ἐκπαιδευτικῶν προγραμματισμῶν. Ἡ προτεραιότητα τοῦ οἰκονομισμοῦ καὶ μίας ἐνδοκοσμικῆς ἐσχατολογίας, μέσα σὲ χιλιαστικὰ ὁράματα εὐημερίας, ὁδηγεῖ στὸ ἀνθρωποείδωλό του «homo oeconomicus». Ἡ παιδεία τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν πρωταρχικὰ ἀποβλέπει στὴν ἐν Χριστῷ τελείωση τοῦ ἀνθρώπου. Προεκτείνοντας τὸν λόγο τοῦ Μενάνδρου («ὡς χαρίεν ἄνθρωπος, ὅταν ἄνθρωπος ἦ») ὁ Χρυσόστομος διακηρύσσει: «ἄνθρωπον γὰρ ἐκεῖνον ἂν καλέσαιμι τὸν τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ διασώζοντα... Τὸ ταῖς ἐντολαῖς τοῦ Δεσπότου κατακολουθεῖν, τοῦτο ἄνθρωπος» (ΡG 53, 201). Κάθε ἄνθρωπος, κατὰ τὸν Μ. Βασίλειο εἶναι «Θεὸς κεκελευσμένος», ἔχει δηλαδὴ μέσα του τὴν ἐντολὴ νὰ γίνει Θεὸς κατὰ χάρη. Ἡ ἀξία, συνεπῶς, ἡ ἀπαξία τοῦ ἀνθρώπου ὁρίζεται ἀπὸ τὴν σχέση του μὲ τὸν Θεό. «Ψυχῆς δὲ ἀνθρωπίνης οὐδὲν οὕτω τεκμήριον ὡς τῶν θείων ἐρᾶν λογίων» (Ἰω. Χρυσοστόμου, ΡG 51, 113). Σ' αὐτὴ τὴν πραγματικότητα ζοῦμε μόνιμα οἱ Ἕλληνες, ὅταν, ἀξιολογώντας τὸν ἄνθρωπο, διερωτώμεθα «ἂν ἔχει Θεὸ μέσα του» καὶ δὲν εἶναι «ἀθεόφοβος» ἢ «θεομπαίχτης». Κατὰ τὸν Χρυσόστομο, «εἰ τοὺς παίδας ἐπαιδεύομεν φίλους εἶναι τῷ Θεῷ, πάντα ἂν ἀνεπήδησε τὰ λυπηρὰ καὶ μυρίων ἀπηλλάγη κακῶν ὁ βίος ὁ παρὼν» (ΡG 51, 327).

δ) Σκοπὸς τῆς παιδείας δὲν εἶναι ἡ πολυμάθεια, ἀλλὰ ἡ ἐν Χριστῷ μόρφωση τοῦ νέου ἀνθρώπου. Αὐτὸ βέβαια δὲν ὁδηγεῖ στὴν ἀμάθεια. Μὲ τὸ νὰ σᾶς προτρέπω, λέγει ὁ Χρυσόστομος, νὰ διδάσκετε στὰ παιδιὰ σας τὴν Ἁγία Γραφή, «μὴ νομιζέτω μὲ νομοθετεῖν ἀμαθεῖς τούς παίδας γίνεσθαι. Οὐ κωλύων παιδεύειν ταῦτα λέγω, ἀλλὰ κωλύων ἐκείνοις μόνοις προσέχειν» (ΡG 47, 368). Στὸν Πλάτωνα, ἄλλωστε, ἀποδίδεται ὁ παράλληλος λόγος: «ἐπιστήμη χωριζομένη ἀρετῆς, πανουργία οὐ σοφία».

ε) Ἡ παιδεία τῶν τριῶν Ἱεραρχῶν βοηθεῖ στὴν ἱεράρχηση τῶν ἀνθρωπίνων καὶ τὴν δημιουργία ρεαλιστικῆς φιλοσοφίας ζωῆς. Ἀρχὴ γίνεται μὲ τὴν αὐτογνωσία. Γρηγόριος ὁ Θεολόγος: «Μικρὸς εἰμὶ καὶ μέγας, ταπεινὸς καὶ ὑψηλός, θνητὸς καὶ ἀθάνατος, ἐπίγειος καὶ οὐράνιος» (ΡG 35, 785). Ὁ ἄνθρωπος μὲ τὴν μετοχή του στὸ Ἄκτιστο, γίνεται «μέγας κόσμος ἐν μικρῷ» (ΡG 36, 524). Τότε μόνο ἀκολουθεῖ ἡ εὔστοχη ἱεράρχηση τῶν ἀνθρωπίνων: «Ὑπερορᾶν μὲν σαρκὸς -προτρέπει ὁ Μ. Βασίλειος- παρέρχεται γάρ. ἐπιμελεῖσθαι δὲ ψυχῆς, πράγματος ἀθανάτου» (ΡG 31, 204). Καὶ ὁ Χρυσόστομος συχνὰ ἐπαναλαμβάνει: «Ἀποδημία ὁ παρὼν βίος... ὀδίτης εἰ... Πανδοχεῖον ἐστίν ὁ παρὼν βίος» (ΡG 52, 401). Εἶναι ἡ συνείδηση, ποὺ φθάνει μέχρι τοὺς νεώτερους Πατέρες μας, ὅπως ὁ Πατροκοσμᾶς: «Ἠμεῖς, Χριστιανοί μου, ἔλεγε, δὲν ἔχομεν ἐδῶ πατρίδα. Δία τοῦτο καὶ ὁ Θεὸς μᾶς ἔβαλε τὸν νοῦν μας εἰς τὸ ἐπάνω μέρος, διὰ νὰ στοχαζώμεθα πάντοτε τὴν οὐράνιον βασιλείαν, τὴν ἀληθινὴν πατρίδα μας».

ς) Ἡ εὐρύτητα τῆς σκέψης τῶν τριῶν Ἱεραρχῶν φαίνεται ἀπὸ τὴν θετικὴ ἀξιολόγηση τῆς τεχνικῆς παιδείας, τῆς ὁποίας δέχονται τὴν χρησιμότητα καὶ σπουδαιότητα. Σὲ ἐποχὴ ποὺ οἱ χειρωνακτικὲς τέχνες ὀνομάζονταν «βάναυσοι», θὰ πεῖ ὁ Χρυσόστομος: «Μὴ καταφρονῶμεν τῶν ἀπὸ χειρῶν τρεφομένων, ἀλλὰ μᾶλλον αὐτοὺς μακαρίσωμεν διὰ τοῦτο» (ΡG 51, 193). Προτρέπει μάλιστα, νὰ θαυμάζουμε τὸν λασπωμένο καὶ μουτζουρωμένο ἐργάτη (ΡG 61, 1017). Ἐντροπὴ πρέπει νὰ προκαλοῦν μόνο «οἱ εἰκῆ τρεφόμενοι καὶ ἀργοῦντες», ὅσοι χρησιμοποιοῦν ὑπηρέτες καὶ ζοῦν μὲ τὸν κόπο τῶν ἄλλων (ΡG 61, 47).

ζ) Ἡ παιδεία κατὰ τοὺς Τρεῖς Ἱεράρχες εἶναι ζήτηση τῆς Ἀλήθειας καὶ μύηση σ' αὐτήν. Αὐτὸ σημαίνει καὶ ὁ ἑλληνικὸς ὅρος φιλοσοφία. Ἡ ζητούμενη δὲ σοφία εἶναι κατ' αὐτοὺς ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ὡς ἔνσαρκη Παναλήθεια. Ἡ ἐπιστήμη θεραπεύεται ὡς λειτουργία ψηλάφησης τῶν θείων ἐνεργειῶν μέσα στὴν Κτίση. Οἱ τέχνες ἀσκοῦνται ὡς πραγμάτωση τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἀλληλοδιακονία. Ἡ ζήτηση τῆς Ἀλήθειας (φιλοσοφία), ἡ ἀγάπη γιὰ τὸ ὡραῖο (φίλο-καλία), ἡ θεραπεία τοῦ δικαίου, ἀστασίαστα συστατικά τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης, καταφάσκονται ἀπὸ τοὺς Πατέρες μας καὶ κυρίως ἀπὸ τὸν Μ. Βασίλειο, ποὺ κατεῖχε σὲ ὑπέρτατο βαθμὸ ὅλες τὶς ἐπιστῆμες στὴν ἐποχὴ του (ΡG 31, 389-392. 416).

η) Ὁ ἀπώτερος ὅμως σκοπὸς τῆς παιδείας εἶναι κατὰ τοὺς Πατέρες μας ἡ ὁλοτελὴς ἔνταξη τοῦ ἀνθρώπου στὸ συλλογικὸ-κοινωνικὸ σῶμα. Εἶναι, συνεπῶς, παιδεία κοινωνική, ἀνατρεπτικὴ κάθε πραγματικῆς ἢ ὑποθετικῆς σύγκρουσης προσώπου καὶ κοινωνίας. Ὁ Μ. Βασίλειος εἶναι ὁ ὀργανωτὴς τοῦ κοινοβίου, ὡς συνέχειας τῶν ἀρχαίων ἑλληνικῶν «κοινῶν», τὰ ὁποία ἐθαύμαζε («αἰδεσθῶμεν τὰ τῶν Ἑλλήνων κοινά», ἔλεγε).
Ἡ παιδεία ποὺ ἐνσάρκωσαν καὶ ὑπηρέτησαν οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες θεμελιώνει καὶ ὑποστασιώνει ἕνα πολιτισμό, ποὺ βρίσκεται στὰ πνευματικοκοινωνικὰ θεμέλια τῆς ἀρχαίας Εὐρώπης. Τὸ ἐρώτημα ὅμως, ποὺ προκύπτει εἶναι, ποιὰ σχέση ἔχει ἡ σημερινὴ Εὐρώπη, σ' ὅλο τὸ φάσμα της, μὲ τὴν πολιτιστικὴ αὐτὴ παράδοση. Φοβοῦμαι ὅτι, ἐνῶ ἐμεῖς οἱ ὀρθόδοξοι διασώζουμε ἀκόμη ἁπτὰ ἴχνη αὐτοῦ τοῦ ἤθους, στὸν δυτικὸ κόσμο ἡ Παιδεία αὐτὴ ἔχει πιὰ χαθεῖ.

6. Ἡ Εὐρώπη, σχεδὸν στὸ σύνολό της, ἔχει χάσει τὸν Θεὸ τῶν πατέρων της. Ὁ Θεὸς εἶναι τὸ πρόβλημα τῆς Εὐρώπης. Ἐντασσόμενος μέσα σὲ δικανικὰ καὶ φιλοσοφικὰ σχήματα, ἔγινε ἀγνώριστος. Μετὰ τὴν ἔξωση τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὸν κόσμο (Deismus), ἔφθασε ὁ δυτικὸς κόσμος τὸν 20ο αἰώνα στὴν «θεολογία τοῦ θανάτου τοῦ Θεοῦ» (τοῦ νεκροῦ Θεοῦ), ἑνὸς Θεοῦ ποὺ δὲν ἔχει πιὰ σχέση μὲ τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν κόσμο. Μαζὶ ὅμως μὲ τὸν Θεὸ χάθηκε καὶ ὁ ἄνθρωπος καὶ ἡ δυνατότητα σύμπηξης ἀδελφικῆς κοινωνίας, παρὰ τὴν καύχηση γιὰ τὴν ἀνάπτυξη τῆς ἐπιστήμης, ποὺ καταντᾶ ἐπιστημοπληξία. Διότι, ὅπως παρατήρησε ὁ Μακρυγιάννης: «Αὐτεῖνοι ( = οἱ Εὐρωπαῖοι) εἶναι ἄνθρωποι χωρὶς ἠθικὴ καὶ πίστη, καὶ κρίμα στὰ φῶτα τους. ὅτι ὁ ἄνθρωπος κάνει τὰ φῶτα καὶ ὄχι τὰ φῶτα τὸν ἄνθρωπο»!

Ὅπως εὐστοχότατα ἔχει ἐπισημάνει καὶ ὁ μακαριστὸς π. Ἰουστίνος Πόποβιτς, Σέρβος ὀρθόδοξος Θεολόγος καὶ πρώην Καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου Βελιγραδίου: «Ἰδοὺ εἰς τί μετεβάλλετο καὶ τελικῶς μετεβλήθη ἀπὸ τὴν Ἀναγέννησιν ἕως σήμερον ἡ Εὐρώπη. εἰς ἐργαστήριον ρομπότ. Τὸ δὲ ρομπὸτ εἶναι ὁ ἀθλιώτερος τύπος ἀνθρώπου. Ὅστις ἔχει ὀφθαλμοὺς διὰ νὰ βλέπη, ἂς ἴδη. δὲν ὑπῆρξεν ἐπὶ τοῦ πλανήτου ἀθλιώτερος, ἀσχημότερος καὶ ἀπανθρωπότερος ἄνθρωπος ἀπὸ τὸ εὐρωπαϊκὸ ρομπότ... Ἄνθρωπος χωρὶς Θεὸ καὶ χωρὶς ψυχήν... Ἀφοῦ ἐφόνευσε τὸν Θεὸν καὶ τὴν ψυχὴν μέσα του ὁ τύπος κάθε εὐρωπαίου ἀνθρώπου... βαθμηδὸν αὐτοκτονεῖ. Διότι ἡ αὐτοκτονία εἶναι ὁ ἀναπόφευκτος ἀκόλουθος τῆς Θεοκτονίας». Ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς διεκτραγωδήθηκε ἀπὸ τὸν μεγάλο Charly Chaplin, ὡς ὁ «ἀνθρωπάκος τοῦ ἐργοστασίου» στὴν πρωτοποριακὴ ταινία τοῦ «Modern Times» (Μοντέρνοι καιροί). Μετὰ τὴν αὐτοϋποδούλωσή του στὴν τεχνολογία του ὁ δυτικὸς ἄνθρωπος, αὐτοϋποδουλώνεται σήμερα καὶ στὴν ἐπιστήμη του (λ.χ. τὴν Βιοτεχνολογία ἢ τὴν Γενετικὴ Μηχανική).

Ἔτσι ὅμως φθάσαμε στὸν «ἀνθρωπισμὸ» τῆς Pax Americana καὶ τοῦ ΝΑΤΟ καὶ τὴν «ἀνθρωπιστικὴ βοήθεια» τῶν Νεοεποχιτῶν. Αὐτὸς εἶναι ὁ δρόμος, ποὺ πέρασε ἀπὸ τὴν φραγκικὴ φεουδαρχία, τὴν κρατικοποίηση τοῦ Χριστιανισμοῦ, τὴν Ἱερὰ Ἐξέταση, τοὺς Σταυροφόρους, τὸν Ναπολέοντα, τὸν Χίτλερ καὶ τὸν Στάλιν. Εἶναι τὸ παράγωγο μίας παιδείας, ποὺ ἔχασε τὴν πνευματικὴ λειτουργία τῆς καθαρῆς καρδιᾶς, δίνοντας ἀπόλυτη προτεραιότητα στὸν κατ' ἐπίφαση «ὀρθὸ λόγο» (τὴν Raison), ποὺ παρουσιάζει τὴν σχιζοφρένεια νὰ διανοεῖται μὲν βαθυστόχαστα ἢ νὰ δημιουργεῖ στὴν Τέχνη, ἀλλὰ παράλληλα νὰ κατεργάζεται τὴν ἐξόντωση ἀθώων, ὅπως συνέβαινε μὲ τοὺς χιτλερικοὺς στρατιωτικοὺς-καλλιτέχνες καὶ ὅπως συμβαίνει σήμερα μὲ τὶς ληστρικὲς ἐπεμβάσεις στὸ Κόσοβο, τὸ Ἀφγανιστᾶν, τὸ Ἰρὰκ καὶ ὅπου ἀλλοῦ.

7. Τὰ συστατικά τῆς ἀγωγῆς τῶν τριῶν Ἱεραρχῶν, ποὺ συνοπτικὰ ἐξεθέσαμε παραπάνω, ἦταν κοινὴ κληρονομιὰ Ἀνατολῆς καὶ Δύσης τὴν πρώτη χιλιετία. Ἡ Ἀνατολὴ ἐπὶ αἰῶνες ἦταν ἡ πνευματικὴ μητέρα καὶ τροφοδότρια τῆς δυτικῆς εὐρωπαϊκῆς κοινωνίας (ex Oriente lux). Μὲ τὴν ἀρχὴ ὅμως τῆς «μετακένωσης» τοῦ Ἀδαμαντίου Κοραῆ μάθαμε στοὺς τελευταίους αἰῶνες νὰ θαυμάζουμε τὰ «φῶτα τῆς Εὐρώπης» (ex Occidente lux). Ἡ μανία τοῦ ἐξευρωπαϊσμοῦ, μάλιστα, μᾶς μετέβαλε σὲ ἀξιοθρήνητους οὐραγούς τῆς Εὐρώπης, ὄχι μόνο πολιτικὰ καὶ στρατιωτικά, ἀλλὰ καὶ πνευματικὰ καὶ πολιτιστικά.

Ἡ παιδεία, συνεπῶς, τῶν τριῶν Ἱεραρχῶν, ποὺ σώζει τὴν πεμπτουσία τῆς ἑλληνικῆς καὶ τῆς ὀρθόδοξης κληρονομιᾶς, εἶναι ἡ παιδεία, ποὺ χρειάζεται ἡ Ἑνωμένη Εὐρώπη σήμερα, γιὰ νὰ ξαναβρεῖ τὰ ὑπαρκτικὰ καὶ πνευματικὰ θεμέλιά της. Ὁ νομπελίστας τοῦ 2002 Ἴμρε Κέρτες, ὁ συγγραφέας τοῦ «μυθιστορήματος ἑνὸς ἀνθρώπου δίχως πεπρωμένο», ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἐπέζησε ἀπὸ τὰ στρατόπεδα συγκεντρώσεως τῶν Ναζί, ἀλλὰ πιστεύει ὅτι τραγωδίες σὰν αὐτὲς τοῦ ὁλοκαυτώματος καὶ τῶν γκουλὰκ μποροῦν νὰ ἐπαναληφθοῦν, ὑπεστήριξε πρόσφατα ὅτι «πρέπει νὰ δημιουργήσουμε νέες ἀξίες, ἕνα νέο σύστημα, γιὰ νὰ ὑπερασπιστοῦμε τὴν Εὐρώπη καὶ τὶς εὐρωπαϊκὲς ἰδέες (ἐφημ. «Ἐλευθεροτυπία» 9.1.2008). Ἡ σκέψη ὅμως ὅτι εὐρωπαϊκὲς ἰδεολογικὲς συλλήψεις ἦταν καὶ οἱ τραγωδίες, ποὺ αὐτὸς δίκαια καταδικάζει, μὲ κάνει νὰ πιστεύω, ὅτι αὐτὸ ποὺ χρειάζεται σήμερα ἡ Εὐρώπη, δὲν εἶναι νέες ἰδέες, ἀλλὰ ἐπανανακάλυψη τοῦ παλαιοῦ ἑαυτοῦ της, μὲ βάση τὴν παλαιὰ πνευματικὴ καὶ πολιτιστικὴ ἑνότητά της.

Τὸ κρίσιμο ὅμως ἐρώτημα εἶναι, ἂν χωρᾶ σήμερα ἡ παιδευτικὴ πρόταση τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν στὸ ἀξιολογικὸ σύστημα τοῦ ἑνωμένου εὐρωπαϊκοῦ χώρου. Διότι ὑπάρχουν δύο οὐσιαστικὲς παρακωλύσεις, ποὺ προέρχονται ἀπὸ τὶς ὁμάδες, ποὺ ἐξουσιάζουν τὴν Εὐρώπη καὶ κατευθύνουν τὴν παιδεία, ἀλλὰ καὶ σύνολη τὴ ζωή της:
Α) Εἶναι οἱ Εὐρωπαῖοι φορεῖς τοῦ καρλομάγνειου ἐπεκτατικοῦ καὶ ἐξουσιαστικοῦ πνεύματος καὶ τῆς σχετικῆς μὲ αὐτὸ νοοτροπίας. Ἀπὸ τὰ εὐρωπαϊκὰ κείμενα, ποὺ ἀναφέρονται σὲ θέματα παιδείας, διαπιστώνεται ἡ ἐπιδίωξη βαθμιαίας καθολικῆς ἐνιαιοποίησης, γιὰ τὴν δημιουργία ἑνιαίας εὐρωπαϊκῆς πολιτικῆς, πολιτισμικῆς καὶ ἱστορικῆς συνείδησης. Αὐτὸ ἐπιβεβαιώνεται ἀπὸ τὰ ὑποστηριζόμενα ἀπὸ τὸν ἐκφραστὴ τῆς Νέας Ἐποχῆς καθηγητὴ Samuel Hantington καὶ τὴν κυρίαρχη θέση γιὰ νέα ἀνάγνωση, κατανόηση καὶ γραφὴ τῆς Ἱστορίας. (Ἐδῶ ἀκριβῶς ἀνήκει καὶ ὁ βαθύτερος προβληματισμὸς τοῦ διαβόητου ἐγχειριδίου τῆς ΣΤ' Δημοτικοῦ). Ἡ πολιτιστικὴ πρόταση, συνεπῶς, τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, ποὺ ταυτίζεται μὲ τὸν πολιτισμὸ τῆς ἀρχαίας Εὐρώπης, δὲν γίνεται εὐχάριστα δεκτή, διότι ἀναιρεῖ καὶ ἀνατρέπει αὐτόχρημα ὅλες τὶς εὐρωπαϊκὲς πραγματώσεις κατὰ τὴν β' χιλιετία. Γι' αὐτὸ ἡ Ὀρθοδοξία τῆς Ἀνατολῆς μόνον ὡς οὐνιτίζουσα γίνεται δεκτὴ στὸν διαχριστιανικὸ Διάλογο μὲ τὴν «Δύση», πρόθυμη δηλαδὴ νὰ ἀναγνωρίσει τὸν δυτικὸ πολιτισμὸ σ' ὅλο τὸ φάσμα του καὶ νὰ ὑποταχθεῖ σ' αὐτόν, αὐτοαναιρούμενη φυσικά. Ὁ προβληματισμὸς αὐτὸς δὲν εἶναι θεωρητικός, ὅπως δείχνουν τὰ ἴδια τὰ πράγματα. Τὸ 1996 τέθηκε τὸ θέμα δημιουργίας τοῦ «Μουσείου» τῆς Εὐρώπης τῆς μετακαρλομάγνειας περιόδου καὶ ἀποκλείσθηκε σ' αὐτὸ ὄχι μόνον ἡ Ὀρθοδοξία, ἀλλὰ καὶ ἡ Ἑλληνικὴ ἀρχαιότητα. Ἀλλὰ καὶ ὁ Hantington μᾶς συγκατατάσσει μὲ τὸ Ἰσλάμ, ἀρνούμενος τὴν σχέση μας μὲ τὸν δυτικὸ πολιτισμό. Καὶ ναὶ μὲν σ' αὐτὸ ἔχει δίκιο, τὸ τραγικὸ ὅμως εἶναι, ὅτι φθάσαμε σὲ σημεῖο νὰ λυπούμεθα γιὰ τὴν στάση αὐτὴ τῆς Εὐρώπης ἀπέναντί μας καὶ νὰ διαμαρτυρόμεθα κι' ὄλας. Ἡ ἀπάντηση ὅμως, σὲ ἀνάλογη στιγμή, τοῦ Μακρυγιάννη πρὸς τὸν Γάλλο Μαλέρμπ, δείχνει τὴν ἐπιβίωση τοῦ πνεύματος τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν: Ὅταν ὁ εὐρωπαῖος Μαλὲρμπ τοῦ εἶπε: «Ἕνα θὰ σᾶς βλάψη ἐσᾶς, τὸ κεφάλαιον τῆς θρησκείας, ὅπου εἶναι αὐτήνη ἡ ἰδέα σ' ἐσᾶς πολὺ τυπωμένη», ἐκεῖνος ἀπάντησε: «Πράγμα τζιβαϊρικὸν πολυτίμητο, ὁπού τὸ βαστήξαμεν εἰς τὴν τυραννία τοῦ Τούρκου, δὲν τὸ δίνομεν τώρα, οὔτε τὸ καταφρονοῦμε οἱ Ἕλληνες... Καὶ τί ἔχεις ἐσὺ διὰ μένα τί δοξάζω ἐγώ; ...Καὶ ὄχι τοῦ λόγου σου νὰ μοῦ τὸ εἰπῆς, δὲν σ' ἀκούγω, ἀλλὰ κι ὁ Θεὸς ὁ δικός σου νὰ μοῦ τὸ εἰπῆ, δὲν σαλεύει τὸ μάτι μου»...

Β) Ἡ δεύτερη παρακώλυση προέρχεται ἀπὸ τοὺς δικούς μας ἀθεράπευτα εὐρωπαϊστές. Οἱ εὐρωπαϊστές, συνεχίζοντας τὴν παράδοση τῶν Ἑνωτικῶν τῆς ὕστερης βυζαντινῆς περιόδου καὶ τῆς δουλείας, θεωροῦν τὴν ἀπόλυτη ταύτιση (καὶ τὴν πολιτιστικὴ) μὲ τὴν δυτικὴ Εὐρώπη ὡς σωτηρία. Σ' αὐτοὺς ὅμως ἀπάντησε ἤδη ὁ ἀείμνηστος ἑλληνομαθὴς καὶ ἑλληνολάτρης, αὐστριακὸς διανοούμενος Λαυρέντιος Γκεμερέϋ (†1992), ποὺ βλέποντας τὴν ἑλλαδικὴ ὑστερία γιὰ τὴν ἔνταξη στὴν Ἑνωμένη Εὐρώπη, ἔγραψε: «Νομίζω πὼς τώρα, ποὺ ἡ Ἑλλάδα θὰ ἐνταχθεῖ στὴν Εὐρωπαϊκὴ Κοινότητα, μπορεῖ νὰ εἶναι χρήσιμο γιὰ τὸν Ἕλληνα νὰ δεῖ τὸν περίφημο Εὐρωπαϊκὸ πολιτισμὸ μὲ πιὸ κριτικὸ μάτι, γιὰ νὰ χάσει λίγο ἀπὸ τὸν σεβασμό του πρὸς αὐτὸν τὸν πολιτισμό, ποὺ ἀκόμα τοῦ λείπει. Ἐγὼ εὔχομαι νὰ τὸν γλυτώσει...» (Λ. Γκεμερέϋ, Ἡ δύση τῆς Δύσης - ἡ ἀπομυθοποίηση τῆς Εὐρώπης καὶ ὁ Ἑλληνισμός, Ἀθήνα 1977, σ. 12). Βέβαια ὑπάρχει καὶ μία ἄλλη Εὐρώπη, ποὺ ἔχει συνειδητοποιήσει τὰ παραπάνω καὶ ἀναγνωρίζει τὴν σημασία γι' αὐτὴν τοῦ πολιτισμοῦ τῆς ὀρθόδοξης Ἀνατολῆς. Ὅταν τὸ 1981 ἔγινε ἡ ἐπίσημη ἔνταξη τῆς Χώρας μας στὴν Ἑνωμένη Εὐρώπη, ἡ ἔγκριτη γαλλικὴ ἐφημερίδα Le Monde ἔγραφε μὲ πηχυαία γράμματα: «Ἡ Χώρα τῆς Φιλοκαλίας εἰσῆλθε στὴν Εὐρώπη». Φιλοκαλία εἶναι ἡ πεμπτουσία τῆς ἑλληνορθόδοξης παράδοσης. Πιστεύω ὅτι τὸ ἔλεγαν εἰλικρινὰ καὶ γιὰ νὰ μᾶς τιμήσουν. Πρὸς αὐτὴ τὴν Εὐρώπη ὀφείλουμε πρωταρχικὰ νὰ στραφοῦμε ὡς Ἔθνος γιὰ τὴν πολιτιστικὴ ὁλοκλήρωση τοῦ εὐρωπαϊκοῦ χώρου, καὶ αὐτὸ εἶναι εὐκολότερο σήμερα, ὅταν χῶρες τῆς Ἀνατολικῆς Εὐρώπης καὶ τῶν Βαλκανίων, μὲ ζωντανὴ τὴν παράδοση τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, ἀνήκουν πλέον στὰ τακτικὰ μέλη της. Αὐτὴ ἡ Εὐρώπη, ποὺ νοσταλγεῖ τὴν ἀρχαία ταυτότητά της, μπορεῖ νὰ λειτουργήσει ὡς γέφυρα πολιτιστικὴ γιὰ μία τελεσφόρα καὶ γόνιμη συνάντηση ὅλων τῶν Κρατῶν-Μελῶν της στὸ ἔδαφος τῆς κοινῆς κληρονομιᾶς καὶ ἑνότητας.
* * *
Βιβλιογραφικὴ ἐπισημείωση
Διεύρυνση τῆς παραπάνω θεματικῆς βλέπε στὶς ἀκόλουθες μελέτες τοῦ ἰδίου συγγραφέως:
1. Ἑλληνορθόδοξη παιδεία καὶ πολιτισμικὴ ταυτότητα στοὺς Τρεῖς Ἱεράρχες, στὸ: Ἰχνηλασία πνευματικῆς σχοινοβασίας (ψηλάφηση καίριων στιγμῶν στὴν πορεία τοῦ Χριστιανικοῦ Ἑλληνισμοῦ), Τέρτιος, Κατερίνη 1999, σ. 23-44.
2) Γιὰ τὴν Εὐρώπη μας μὲ ἀγάπη, Ἀκρίτας, Ἀθήνα 2003.
«ΟΦΕΙΛΗ ΑΓΑΠΗΣ»
π. Γ. Δ. Μεταλληνοὺ ὁμοτ. Κάθ. Πανεπ. Ἀθηνῶν
ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ» 
Ι.Μ.Παντοκράτορος
πηγη

O AΛΕΞΗΣ ΤΣΙΠΡΑΣ ΓΙΑ ΤΑ ΕΛΛΗΝΟΤΟΥΡΚΙΚΑ…

Θέμα σεβασμού των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας και της Κυπριακής Δημοκρατίας από την Τουρκία θέτει ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας, σε συνέντευξή του που δημοσιεύει σήμερα η τουρκική εφημερίδα «Σαμπάχ». Ο πρωθυπουργός αναφέρεται, επίσης, σε ζητήματα όπως οι σχέσεις της Ελλάδας με την ΕΕ και οι ιδιωτικοποιήσεις.
Απαντώντας σε ερώτηση της εφημερίδας για «έντονες ανησυχίες στην Ευρώπη» για την εκλογική νίκη του ΣΥΡΙΖΑ, ο πρωθυπουργός αναφέρει: «Δεν συμμερίζομαι την άποψή σας για ανησυχίες στην Ευρώπη» και τονίζει: «Πιστεύω ότι η Ευρώπη εδώ και καιρό είχε αποδεχθεί την αναμενόμενη νίκη του ΣΥΡΙΖΑ στην Ελλάδα. Μάλιστα, πολλοί το εξέφρασαν αυτό με τρόπο θετικό. Η έναρξη νέων διαπραγματεύσεων είναι μεταξύ των προτεραιοτήτων της κυβέρνησης. Σκοπός μας είναι να συζητηθεί το ζήτημα του χρέους σε επίπεδο Ευρώπης. Για τον λόγο αυτό σκοπεύουμε να έλθουμε σε επαφή με όλες τις δυνάμεις που συμφωνούν επί συγκεκριμένης ατζέντας».
Σε ερώτηση για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, ο πρωθυπουργός λέει ότι «ο ΣΥΡΙΖΑ ακόμη και στις πιο δύσκολες εποχές των ελληνοτουρκικών σχέσεων έπαιξε δραστήριο ρόλο στις ειρηνόφιλες κινήσεις στις δύο χώρες, και διατύπωσε την ανάγκη για ανάπτυξη των σχέσεων εμπιστοσύνης με την Τουρκία». «Ο μόνος τρόπος για να κάνουμε βήματα προς την κατεύθυνση αυτήν είναι ο σεβασμός προς τα κυριαρχικά δικαιώματα και την αρχή της καλής γειτονίας. Αλλά πώς μπορούμε να κάνουμε βήματα προς το μέλλον όταν, για παράδειγμα, ο αριθμός των παραβιάσεων του εναέριου χώρου της Ελλάδας από την Τουρκία τριπλασιάστηκε το 2014 σε σχέση με το προηγούμενο έτος ή όταν εξακολουθεί να ισχύει η απόφαση περί casus belli;» τόνισε.
Ως προς το Κυπριακό, ο πρωθυπουργός αναφέρει: «Εμείς υποστηρίζουμε τις συνομιλίες με τη διευκόλυνση του ΟΗΕ και για μια διζωνική και δικοινοτική ομοσπονδία με ενιαία διοίκηση και διεθνή ταυτότητα. Πρέπει να υποστηρίξουμε, επίσης, την αύξηση της αμοιβαίας εμπιστοσύνης στο Νησί. Ωστόσο η επίτευξη των στόχων αυτών εμποδίζεται με δραστηριότητες όπως η παραβίαση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Κυπριακής Δημοκρατίας στην ΑΟΖ ή την υφαλοκρηπίδα της Κύπρου από το πλοίο Μπαρμπαρός της Τουρκίας. Έχει μεγάλη σημασία, πρώτον να εγκαταλείψει το εν λόγω πλοίο την περιοχή και δεύτερον να μείνουν ανοιχτοί όλοι οι διπλωματικοί δίαυλοι για την επανέναρξη των συνομιλιών».
Σε ερώτηση για τις ιδιωτικοποιήσεις και συγκεκριμένα για το «εάν η κυβέρνηση σκέφτεται να επανεξετάσει τις ιδιωτικοποιήσεις στο Ελληνικό, στον Αστέρα Βουλιαγμένης και τις μαρίνες», ο πρωθυπουργός αναφέρει πως «υποσχεθήκαμε ότι θα επανεξεταστούν οι συμφωνίες ως προς το αν είναι σύμφωνες προς το δίκαιο και το αν είναι κερδοφόρες για το δημόσιο» και πρόσθεσε: «Διότι, όπως μπορεί να έχετε ακούσει, πολλές από τις ιδιωτικοποιήσεις είναι προβληματικές και πραγματοποιήθηκαν με πολύ χαμηλό αντίτιμο. Η προτεραιότητά μας είναι η προστασία της δημόσιας περιουσίας, η υποστήριξη της ορθής επιχειρηματικότητας και η αξιοποίηση αυτών προς όφελος της κοινωνίας. Είμαστε ανοιχτοί σε κάθε πρόταση επένδυσης, στον βαθμό που αυτή προσφέρει όφελος σε όλους».
ΠΗΓΗ: http://fimotro.blogspot.gr/2015/01/o_92.html