Σάββατο 24 Μαρτίου 2012

Ἡ προσευχὴ τοῦ Διάκου τὴν παραμονὴ τῆς μάχης τῆς Ἀλαμάνας.


Ἡ προσευχὴ τοῦ Διάκου τὴν παραμονὴ τῆς μάχης τῆς Ἀλαμάνας



Ἀγωνιστὴς τοῦ 1821. H ἡρωική του ἀντίσταση στὴν Ἀλαμάνα καὶ ὁ μαρτυρικός του θάνατος στὴ Λαμία ἔγιναν θρύλος στὴ συνείδηση τοῦ λαοῦ μας. Σὲ νεαρὴ ἡλικία μόνασε ὡς δόκιμος καὶ μετὰ διάκος στὴ Μονὴ τοῦ Ἁγίου Ἰωάννη τοῦ Προδρόμου τῆς Ἀρτοτίνας. Μερικὰ χρόνια πρὶν τὴν Ἐπανάσταση ὑπηρέτησε στὸ σῶμα τῶν «Τσοχανταρέων» (σωματοφυλάκων) τοῦ Ἀλῆ Πασᾶ. Μετὰ τὸ 1820 ἐκλέχθηκε ἀρχηγὸς στὸ ἁρματολίκι τῆς Ρούμελης, στὴ θέση τοῦ καταδιωκόμενου Ἀνδρούτσου, μὲ τὸν ὁποῖο εἶχε στενὸ σύνδεσμο. Τὴν ἐποχὴ αὐτὴ μυεῖται στὴ Φιλικὴ Ἑταιρεία.
Το 1821 ὕψωσε τὴ σημαία τῆς Ἐπανάστασης στὴ Λιβαδειὰ (30 Μαρτίου 1 Ἀπριλίου) καὶ ἐκκένωσε μαζὶ μὲ τοὺς Δουβουνιώτη καὶ Πανουργιὰ τὴν Ἀνατολικὴ Στερεὰ ἀπὸ τοὺς Τούρκους. Στὴ γέφυρα τῆς Ἀλαμάνας στὶς 22 Ἀπριλίου 1821 προσπάθησε νὰ ἀνακόψει τὴν πορεία τοῦ Ὀμὲρ Βρυώνη καὶ τοῦ Κιοσὲ Μεχμὲτ πρὸς τὴν Πελοπόννησο. Τὸ βάρος τῆς σύγκρουσης ἔπεσε στὸν Ἀθανάσιο Διάκο ποὺ ἔλεγχε τὸ δρόμο ἀπὸ τὴ Δαμάστα.
Μετά ἀπὸ πολύωρη μάχη, τραυματισμένος στὸ δεξὶ χέρι αἰχμαλωτίστηκε ἀπὸ τοὺς Τούρκους, μεταφέρθηκε στὴ Λαμία ὅπου θανατώθηκε μὲ ἀνασκολοπισμό, 23 Ἀπριλίου 1821. Ἡ θυσία τοῦ ἐνίσχυσε τὸ φρόνημα τῶν ἀγωνιζομένων καὶ ἡ δράση τοῦ ἐνέπνευσε πολλοὺς
Κατὰ τὴ λαικὴ παράδοση.....
Ἐγγονὸς ἑνὸς ντόπιου κλέφτη, εἶχε ἔφεση στὴ θρησκεία καὶ σὲ μικρὴ ἡλικία στάλθηκε ἀπὸ τοὺς γονεῖς του στὸ μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Ἰωάννη τοῦ Προδρόμου κοντὰ στὴν Ἀρτοτίνα, γιὰ τὴν ἐκπαίδευσή του. Ἔγινε μοναχὸς σὲ ἡλικία δεκαεπτὰ ἐτῶν καί, λόγω τῆς ἀφοσίωσής του στὴ χριστιανικὴ πίστη καὶ τῆς ἰδιοσυγκρασίας του, ἔγινε πολὺ γρήγορα διάκος.

Ὁ Διάκος ἦταν μοναχός, ἕνας Τοῦρκος πασὰς πῆγε στὸ μοναστήρι μὲ τὰ στρατεύματά του καὶ ἐντυπωσιάστηκε ἀπ' τὴν ἐμφάνιση τοῦ νεαροῦ μοναχοῦ. Ὁ Διάκος προσβλήθηκε ἀπ' τὰ λεγόμενα τοῦ Τούρκου (καὶ τὴν μετέπειτα πρόταση) καὶ μετὰ ἀπὸ καβγὰ τὸν σκότωσε. Ἔτσι ἀναγκάστηκε νὰ φύγει στὰ κοντινὰ βουνὰ καὶ νὰ γίνει κλέφτης.

Ὁ Διάκος ἦταν ἄφταστος στὰ ἀγωνίσματα, στὰ ὄπλα καὶ στὴν ἀνδρεία. Στὰ 1818 ἔγινε τὸ πρῶτο ἀπὸ τὰ ἑπτὰ πρωτοπαλήκαρα τοῦ Ὀδυσσέα Ἀνδρούτσου. Μαζί του μυήθηκε στὴν Φιλικὴ Ἑταιρεία καὶ ἔβαλε σκοπὸ τῆς ζωῆς τοῦ τὴν ἀπελευθέρωση τῆς φυλῆς. ΄Ἔτσι δημιούργησε δικό του στρατὸ καὶ ὕψωσε τὴ σημαία τῆς Ἐπανάστασης σὲ ὅλη τὴν Ἑλλάδα

Οἱ Τοῦρκοι ἀποφάσισαν νὰ τὸν ἀντιμετωπίσουν καὶ ἔστειλαν τὸν στρατηγὸ Ὀμὲρ Βρυώνη μὲ 9.000 στρατιῶτες.
Ὁ Διάκος εἶχε μόνο 1.500 παληκάρια. Ἡ μάχη ἔγινε στὴν Ἀλαμάνα, ἐκεῖ ὅπου 23 αἰῶνες πρίν, ἔπεσε ὁ Λεωνίδας μὲ τοὺς 300. Ὁ Διάκος πολέμησε ἠρωϊκά, ἀλλὰ στὸ τέλος οἱ Τοῦρκοι τὸν συνέλαβαν καὶ τὸν σούβλισαν.

Ὁ Διάκος ἀντιμετώπισε τὸ μαρτυρικό του θάνατο μὲ θάρρος. Μόνο ἕνα παράπονο βγῆκε ἀπ'τὰ χείλη του, προβλέποντας τὴν ἀνάσταση τοῦ Ἑλληνισμοῦ:

"Γιὰ δὲς καιρὸ ποὺ διάλεξε ὁ χάρος νὰ μὲ πάρει,
τώρα ποὺ ἀνθίζουν τὰ κλαδιὰ καὶ βγάζει ἡ γὴς χορτάρι".

Προσευχὴ τοῦ Διάκου τὴν παραμονὴ τῆς μάχης τῆς Ἀλαμάνας
Ἀριστοτέλης Βαλαωρίτης

Ἤτανε νύχτα. Τὰ βουνά, οἱ λαγκαδιές, τὰ δένδρα,οἱ βρύσες, τ' ἀγριολούλουδα, ὁ οὐρανός, τ' ἀγέρι, στέκουν βουβὰ ν' ἀκούσουνε τὴν προσευχὴ τοῦ Διάκου.« Ὅταν ἡ μαύρ' ἡ μάνα μου, ἐμπρὸς σὲ μίαν εἰκόνα, Πλάστη μου, μ' ἐγονάτιζε μὲ σταυρωτὰ τὰ χέρια καὶ μώλεγε νὰ δεηθῶ γιὰ κειούς, ποὺ τὸ χειμώνα σὰ λύκοι ἐτρέχαν στὰ βουνὰ μὲ χιόνια, μ' ἀγριοκαίρια, γιὰ νὰ μὴ ζοῦνε στὸ ζυγό, ἐνίωθα τὴ φωνή μου νὰ ξεψυχάη στὰ χείλη μου, ἐσπάραζε ἡ καρδιά μου, μοῦ ἐτρέμανε τὰ γόνατα, σὰ νὰ 'θελε ἡ ψυχή μου νὰ φύγη μὲ τὴ δέηση ἀπὸ τὰ σωθικά μου.

Ὕστερα μούλεγε κρυφὰ νὰ Σοὺ ζητῶ τὴ χάρη καὶ νὰ μ'ἀξιώσης μία φορὰ ἕνα σπαθὶ νὰ ζώσω

καὶ νὰ μὴν ἔρθη ὁ θάνατος νὰ μ'εὔρη νὰ μὲ πάρη, πρὶν πολεμήσω ἐλεύθερος, γιὰ Σὲ πρὶν τὸ ματώσω.

Πατέρα παντοδύναμε, ἄκουσες τὴν εὐχὴ μού• μου φύτεψες μέσ' στὴν καρδιὰ ἀγάπη, πίστη, ἐλπίδα, ἔδωκες μία ἀχτίδα Σου ἀθέρα στὸ σπαθί μου καὶ μοῦ'πές: Τώρα πέθανε γιὰ Μέ, γιὰ τὴν Πατρίδα.

Ἕτοιμος εἶμαι, Πλάστη μου! Λίγες στιγμὲς ἀκόμα καὶ σβηῶνται τ' ἄστρα Σου γιὰ μέ. Γιὰ μὲ θὰ σκοτειδιάση τ' ὄμορφο γλυκοχάραμα. Θὰ μοῦ κλειστὴ τὸ στόμα, ποὺ ἐκελαηδοῦσε στὰ βουνά, στὴ ρεματιά, στὴ βρύση• θὰ μαραθοῦν τὰ πεῦκα μου. Ἀραχνιασμὲν' ἡ λύρα, πού μου ἦταν ἀδερφοποιητὴ κι ὅπου μ' ἐμὲ στὴ φτέρη ἀγκαλιασμένη ἐπλαγίαζε, τώρα θὰ μείνη στείρα

καὶ στ' ἄψυχο κουφάρι της θὰ νὰ βογγάη τ' ἀγέρι.

Ὅλα τ' ἀφήνω μὲ χαρά, χωρὶς ν' ἀναστενάξω.

Καὶ τὸ'χῶ περηφάνειά μου, ποὺ ἐδιάλεξες ἐμένα αὐτὴν τὴν ἔρμη τὴν ποριὰ μὲ τὸ κορμὶ νὰ φράξω.

Εὐχαριστῶ Σέ, Πλάστη μου! Δὲ θὰ χαθοῦν σπαρμένα καὶ δὲ θὰ μείνουν ἄκαρπα τ' ἄχαρα κόκκαλά μου.

Εὐλόγησε τηνε τὴ γῆ, ὁπού θὰ μ' ἀγκαλιάση καὶ στοιχείωσε κάθε σπειρὶ ἀπὸ τὰ χώματά μου,

νὰ γένη ἀδιάβατο βουνὸ τὸ μνῆμα τοῦ Θανάση.

Θέ μου! ξημέρωσε τηνε τὴν αὐριανὴ τὴ μέρα!

Θὰ μᾶς θυμάτ' ἡ Ἀρβανιτιὰ καὶ θὰ τὴν τρῶ' ἡ ζήλεια.

Θὰ χλιμιντρᾶνε τ' ἄλογα, θὰ καῖνε τὸν ἀγέρα μὲ τ' ἄγρια τὰ χνῶτα τοὺς γκέκικα καριοφίλια,

θὰ γίνουν πάλι τὰ Θερμιὰ λαίμαργη καταβόθρα.

Χιλιάδες ἦρθαν θερισταὶ καὶ Χάρος ὀργοτόμος, μουγκρίζουν, φοβερίζουνε, πὼς δὲ θὰ μείνη λώθρα σ' αὐτὴν τὴ δύστυχη τὴ γῆ, φωτιά, δρεπάνι, τρόμος.

Κι ἐμεῖς θὰ πᾶμε μὲ χαρὰ σ' αὐτὸν τὸν καταρράχτη.

Ἐπάνωθέ μας θὰ'σαὶ Σύ, καὶ τὰ πατήματά μας θὰ νὰ'χουνε γιὰ στήριγμα τὴ φοβερὴ τὴ στάχτη,

πώμεινε σπίθ'ἀκοίμητη βαθιὰ στὰ σωθικά μας.

Δυνάμωσέ μας, Πλάστη μου! Γιὰ ν' ἀκουστὴ στὴ Δύση, πὼς δὲν ἀπονεκρώθηκε καὶ πὼς θ' ἀνθοβολήση τώρα μὲ τὰ Μαγιάπριλα ἢ δουλωμένη χώρα.

Εὐλογημὲν' ἡ ὥρα!»

Ἒσκυψ' ὁ Διάκος ὡς τὴ γῆ, ἕσφιξε μὲ τὰ χείλη κι ἐφίλησε γλυκὰ γλυκὰ τὸ πατρικό του χῶμα.

Ἔβραζε μέσα του ἡ καρδιὰ καὶ στὰ ματόκλαδά του καθάριο, φωτοστόλουστο, ξεφύτρωσ' ἕνα δάκρυ...

Χαρὰ στὸ χόρτο πώλαχε νὰ πιῆ σὲ τέτοια βρύση.

Πλαγιάζει ὁ λεονταρόψυχος! Τὰ νιάτα, ἡ θωριά του, τ' ἀστέρια βλέπουν μὲ χαρὰ καὶ κάπου κάπου ἀφήνουν κρυφὰ τὸ θόλο τ' οὐρανοῦ γιὰ νὰ διαβοῦν σιμά του.

Μοσχοβολάει τριγύρω του καὶ τὸν σφιχταγκαλιάζει στὸν κόρφο της ἡ ἄνοιξη, σὰ νὰ'τανε παιδὶ της•Χαρούμενα τὰ λούλουδα φιλοῦν τὸ μέτωπό του. χάνει μὲ μίας τὴν ἀσχημιὰ καὶ τὴν ταπεινοσύνη ὁ ἔρμος ὁ ἀζώηρος, ἡ ποταπὴ ἡ λαψάνα,
γλυκαίνει τὸ χαμαίδρυο, στοῦ χαμαιλειοῦ τὴ ρίζα ἀποκοιμιέται ὁ θάνατος καὶ τὸ περιπλοκάδι,

ποῦ πάντα κρύβεται δειλὸ καὶ τ' ἄπλερο κορμὶ τοῦ ἀλλοῦ στυλώνει τὸ φτωχό, δυναμωμένο τώρα τρελλό, περηφανεύεται καὶ θέλει νὰ κλαρώση στ'ἀνδρειωμένο μέτωπο γιὰ ν' ἀκουστὴ πὼς ἦταν στὴ φοβερὴ παραμονὴ μία τρίχ' ἂπ' τὰ μαλλιά του.

Πλαγιάζει ὁ λιονταρόψυχος! Τοῦ ὕπνου τοῦ οἱ ὥραις ὅσο κι'ἂν φύγουν γρήγορα, μεσότοιχο θὰ γένουν ν'ἀποστομώσουν τὸ θολό, τ' ἀγριωμένο κύμα τοῦ χρόνου ποὺ μᾶς ἔπνιξε. Μ' ἐκείνην τὴν ρανίδα πώσταξ' ἀπὸ τὰ μάτια του θὰ ξεπλυθῆ ἡ μαυράδα, ποὺ ἐλέρωνε τῆς μοίρας μας τὸ νεκρικὸ δεφτέρι.

Ὁ Διάκος στὸ κρεββάτι του, ζωσμένος τὴ φλοκάτη, σὰν ἀητὸς μὲς στὴ φωλιά, ὁλάκερο ἕνα γένος ἒκλωθ' ἐκείνην τὴν βραδιά. Ὅταν προβάλ'ἡ μέρα, θὰ νάβγουν τ' ἀητόπουλα μὲ τροχισμένα νύχια, μὲ θεριεμμένα τὰ φτερά, ν'ἀρχίσουν τὸ κυνήγι...

Πλάστη μεγαλοδύναμε! Ἀξίωσέ μας ὅλους, πρὶν μᾶς σκεπάση ἡ μαύρη γῆ, στὰ δουλωμένα πλάγια νὰ κοιμηθοῦμε μία νυχτιὰ τὸν ὕπνο τοῦ Θανάση!

Πηγή: ΜΥΡΙΟΒΙΒΛΟΣ
http://www.orthodoxia-ellhnismos.gr/2010/02/blog-post_5348.html 

Δεν υπάρχουν σχόλια: